JIM CAPALDI - Open Your Heart - The Island Recordings 1972-1976 (Esoteric Recordings / 2020)

Thursday, 20 February 2020 13:26
Published in Where Blues meets Rock

The Game of Love (for the music)

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

 

 

Οι πιο παλιοί τον έμαθαν από τα πρώτα του βήματα στους μεγάλους Traffic, ενώ κάποιοι εδραίωσαν την καλή άποψη που είχαν γι’ αυτόν μετά τις συνεργασίες του με τους Jimi Hendrix, Eric Clapton, Alvin Lee, Carlos Santana, αν και απογοητεύτηκαν πρόσκαιρα με την εμπλοκή του στη disco. Υπήρξαν όμως και αρκετοί που παρακολούθησαν την προσωπική του καριέρα, που κορυφώθηκε στα τρία πρώτα άλμπουμ του, τα οποία περιλαμβάνονται στο “Open Your Heart - The Island Recordings 1972-1976”, που θα κυκλοφορήσει από την Esoteric Recordings στις 27 Μαρτίου. Γι’ αυτήν του την τελευταία πλευρά θα μιλήσουμε κι εδώ, που είναι και η λιγότερο προβεβλημένη.

 

 

Ο Jim Capaldi, που γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1944 στο Evesham, ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα στις μπάντες των The Sapphires, The Hellions, The Revolution και Deep Feeling, πριν σχηματίσει τους πρωτοποριακούς Traffic το 1967 μαζί με τους Steve Winwood, Dave Mason και Chris Wood, που πάντρευαν περίτεχνα την ψυχεδέλεια με τη folk, το rock και τη jazz. Ο Jim έπαιζε κρουστά, ήταν περιστασιακός τραγουδιστής, αλλά και ο κύριος στιχουργός της μπάντας. Ξεκίνησε την προσωπική του καριέρα το 1972, δηλαδή πέντε πριν εκείνη του φίλου του Steve Winwood, με τον οποίο συνεργάστηκαν αρκετές φορές στις σόλο δουλειές τους και δύο χρόνια πριν τη διάλυση των Traffic.

Ήταν ακτιβιστής, δεινός ορειβάτης, αγαπούσε έμπρακτα το περιβάλλον και τις φυλετικές μειονότητες υπό εξαφάνιση. Ήταν επίσης θρησκευόμενος Καθολικός, μελετητής διαφόρων θρησκειών και είχε αναπτύξει έντονη φιλανθρωπική δράση. Συμμετείχε ενεργά στην οργάνωση Jubilee Action της Βραζιλιάνας συζύγου του, που έβρισκε ασφαλές καταφύγιο στα παιδιά των δρόμων. Πέθανε στις 28 Ιανουαρίου του 2005 από καρκίνο στομάχου, σε ηλικία εξήντα ετών.

 

 

Στο τετραπλό boxed set “Open Your Heart - The Island Recordings 1972-1976” περιλαμβάνονται re-mastered από τα πρωτότυπα master tapes τρία cd με τα πλήρη άλμπουμ του και έξι bonus tracks, από τα οποία τα τέσσερα κυκλοφορούν για πρώτη φορά ψηφιακά, όπως επίσης και ένα dvd με ακυκλοφόρητο υλικό από ζωντανές εμφανίσεις του στην τηλεόραση του BBC το Νοέμβριο του 1975 μαζί με τον Steve Winwood στο “Old Grey Whistle Test” και το πενηντάλεπτο session των Jim Capaldi & the Space Cadets στο BBC TV Theatre του Μαρτίου του 1976.

 

 

Στο προσωπικό ντεμπούτο του Jim, που είχε τίτλο “How We Danced” (1972), συμμετείχαν οι μουσικοί Roger Hawkins (ντραμς), David Hood (μπάσο) και Barry Beckett (κίμπορντς) από τα θρυλικά Muscle Shoals στούντιο της Αλαμπάμα, όπου αυτό ηχογραφήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του. Επίσης, με τους Traffic να «χαλαρώνουν» λόγω του ότι ο Steve Winwood ανάρρωνε από περιτονίτιδα, στο δίσκο έπαιξαν και οι Chris Wood, Jim Gordon, Dave Mason, αλλά και ο Steve Winwood, όπως επίσης και οι Trevor Burton (The Move, Steve Gibbons Band), Mike Kellie (Spooky Tooth), Paul Kossoff και Ric Grech.

 

 

Η εισαγωγική μελωδική μπαλάντα Eve έγινε αμέσως επιτυχία στις Η.Π.Α. Το κορυφαίο όμως τραγούδι, κατά τη γνώμη μου όχι μόνο του άλμπουμ αλλά και γενικότερα, είναι το Don’t Be a Hero. Μια κλασική μπαλάντα που γεφυρώνει τα 60s με τα 70s και αποτίει φόρο τιμής στον Tim Buckley και τους Procol Harum. Το κιθαριστικό σόλο του Dave Mason είναι όσο το δυνατό αντάξιο του ανυπέρβλητου μεγέθους του παμμέγιστου Roy Buchanan και τα πλήκτρα του Barry Beckett τόσο συναισθηματικά που σε σταματούν από ό,τι κάνεις. Και μέσα σε όλα αυτά, ακούγεται η φωνή του Jim να τραγουδά “For love is the highest high you can reach”. Όσοι έζησαν τότε, θα καταλάβουν. Οι υπόλοιποι θα το δουν ως πολύ καλό τραγούδι. Το Big Thirst εξερευνά την ψυχή με φυσαρμόνικα, παράλληλα με το bluesy Love is All You Can Try, ενώ το Open Your Heart μοιάζει με Traffic της εποχής του “The Low Spark of High Heeled Boys”, το σόλο κιθάρας του How Much Can a Man Really Take αναλαμβάνει αυτή τη φορά ο Paul Kossoff, με τον Chris Wood να παίζει φλάουτο. Υπάρχει ακόμα και η φερώνυμη διασκευή της σύνθεσης των Saul Chaplin και Al Jolson, που είναι σαφώς πιο funky και πιο δυνατή από την πρωτότυπη.  

 

 

Την επόμενη χρονιά, δηλαδή το 1973, κυκλοφόρησε το “Whale Meat Again”, στο οποίο ακολουθήθηκε η επιτυχημένη συνταγή της χρησιμοποίησης μουσικών των Muscle Shoals. Ο δίσκος έρχεται και στην μουσική πράξη ως φυσική συνέχεια του ντεμπούτου. Το τραγούδι Whale Meat Again εκφράζει τον προβληματισμό και τη διαμαρτυρία του Jim για τον τρόπο που αλιεύονταν οι φάλαινες, με εξαιρετικό bluesy συναίσθημα και πολύ όμορφο σόλο κιθάρας από τον Pete Carr. Στα ευρύτερα blues όρια κινείται και το όμορφο Low Rider με funky κλαρινέτο και soul πινελιές, τις οποίες βλέπουμε και στο I’ve Got so Much Lovin’. Το Summer is Fading, που είναι το μόνο τραγούδι στο οποίο δε συμμετέχουν μουσικοί των Muscle Shoals, ξεκινά ήπια, αλλά γυρίζει σε funky λόγω των πλήκτρων του Winwood και των κρουστών Derek Quinn. Το σατιρικό bonus track Tricky Dicky Rides Again, που καυτηριάζει τον Richard Nixon και το σκάνδαλο Watergate, αρχικά ήταν η πρώτη πλευρά ενός single.

 

 

Το τρίτο σόλο άλμπουμ του για την Island Records λεγόταν “Short Cut Draw Blood” (1975) και κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά τη διάλυση των Traffic. Παρόλα αυτά συμμετείχαν οι Steve Winwood και Chris Wood, όπως και οι Jimmy Johnson και Rosko Gee που είχαν συνεργαστεί με τους Traffic, αλλά και οι μουσικοί των Muscle Shoals Barry Beckett, David Hood και Roger Hawkins. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα Muscle Shoals και στα Island Studios του Λονδίνου. Το Johnny Too Bad είναι διασκευή του τραγουδιού των The Slickers, που έχει κρατήσει το Jamaican rocksteady και reggae groove του πρωτότυπου και διασκευάστηκε επίσης από τους Jimmy Cliff, Bob Marley & The Wailers και John Martyn. Μία ακόμα διασκευή είναι το Love Hurts του Boudleaux Bryant, που έχουν μεταξύ άλλων τραγουδήσει και οι Nazareth, The Everly Brothers και Roy Orbison. Αυτό χάρισε ως single στον Jim ένα top five hit και μια εμφάνιση στο Top of the Pops. Η συγκεκριμένη εκδοχή του, αν και σαφώς επηρεασμένη από τη disco, μπορεί πιο εύστοχα να χαρακτηριστεί ως ρυθμική.

 

 

Το Goodbye Love ανοίγει το δίσκο με το όμορφο Hammond του Winwood, το σαξόφωνο του Ray Allen, αλλά και ευρύτερη soul αισθητική. Στο It’s All Up to You, που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν, μετέχουν μουσικοί που δε συναντάμε στα υπόλοιπα τραγούδια, όπως ο John “Rabbit” Bundrick (Free, The Who) και Jess Roden. Στο φερώνυμο του δίσκου τραγούδι διακρίνουμε τις στιχουργικές περιβαλλοντολογικές ανησυχίες και το δυνατό κιθαριστικό σόλο του Pete Carr, ενώ το Living on a Marble είναι ροκάδικο και συγγενές με το Boy with a Problem, που αναφέρεται στον εθισμό στις ουσίες του Chris Wood, στον οποίο σύντομα επρόκειτο να ενδώσει και ο κιθαρίστας που σολάρει σε αυτό, ο Paul Kossoff.

Τέλος, το Seagull είναι ο καλύτερος δυνατός επίλογος ενός ευαίσθητου δίσκου με διαφορετικές μουσικές προτάσεις. Αυτό ήταν το τελευταίο άλμπουμ του Jim Capaldi για την Island Records, μέχρι την επιστροφή του με το “Some Come Running” (1988), ενώ είχαν μεσολαβήσει επτά δίσκοι σε άλλες εταιρείες.

Read 25 times