Back Street Crawler - Atlantic Years 1975-1976 (HNE Recordings / 2020)

Monday, 06 July 2020 17:10
Published in Where Blues meets Rock

Paul Kossoff’s Back Street… Company!


Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Η ιστορία των Back Street Crawler διακόπηκε κάπως απότομα, στερώντας από μια αληθινά πολύ καλή blues rock μπάντα τη δυνατότητα να φτάσει ψηλά. Ο θάνατος του ιδρυτή και κιθαρίστα τους Paul Kossoff σκόρπισε θλίψη σε όλους όσους τον παρακολουθούσαν από τους Free και προστέθηκε στην επώδυνη λίστα των πολύ πρόωρα χαμένων, εξαιτίας της σχέσης τους με ναρκωτικές ουσίες.

Στην περίπτωσή μου η γνωριμία μαζί τους έγινε κάπως… ανάποδα. Η πρώτη μου επαφή έγινε μέσω των Crawler, δηλαδή ουσιαστικά της μπάντας των Back Street Crawler που άλλαξε το όνομά της, συνεχίζοντας να παίζει μετά το θάνατο του Kossoff. Η αλήθεια είναι ότι οι Crawler μου άρεσαν, αλλά όταν στη συνέχεια πήρα στα χέρια μου τους δύο δίσκους των Back Street Crawler ,διαπίστωσα ότι εκείνοι ήταν πολύ καλύτεροι. Για να δώσω το στίγμα τους με δυο λόγια, μετά τη διάλυση των Free, μπορεί ο Paul Rodgers να σχημάτισε τους εκ των κορυφαίων του είδους Bad Company, αλλά κι ο Paul Kossoff με τους Back Street Crawler έπαιζε ακριβώς την ίδια μουσική. Κι αυτό μόνο τυχαίο δεν το λες.

Πάμε, λοιπόν, πίσω στο 1972, όταν οι Free διαλύθηκαν μετά την κυκλοφορία του “Heartbreaker” και τα μέλη τους ακολούθησαν διαφορετικά μουσικά μονοπάτια. Ο Kossoff δεν έχασε χρόνο και ηχογράφησε το προσωπικό άλμπουμ “Back Street Crawler” (1973) για την Island Records. Μαζί του έπαιξαν οι Terry Wilson-Slesser (φωνητικά), Terry Wilson (μπάσο), Mike Montgomery (κίμπορντς) και Tony Braunagel (ντραμς), με τους τρεις τελευταίους να έχουν ήδη συνεργαστεί στους Bloontz. ΣΕ λίγο καιρό, ο τίτλος του δίσκου αυτού έγινε το όνομα της νεοσχηματισμένης μπάντας, η οποία, λόγω της δυναμικής του Kossoff, υπέγραψε άμεσα στην Atlantic Records.

Η μπάντα δε δυσκολεύτηκε καθόλου να συνεργαστεί στο κομμάτι της σύνθεσης, με αποτέλεσμα να συνεισφέρονται ιδέες από όλους και να δημιουργηθεί γρήγορα υλικό όχι μόνο για το ντεμπούτο τους, αλλά και για ένα ακόμα άλμπουμ. Πριν όμως μπουν για πρώτη φορά στο στούντιο, περιόδευσαν στη Βρετανία το Μάιο και τον Ιούνιο του 1975, προκειμένου να αποκρυσταλλώσουν μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις την τελική μορφή που θα έπαιρνε κάθε τραγούδι. Είχαν γίνει διάσημοι για τη σκηνική τους παρουσία, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές. Ο Kossoff ήταν «μια ομάδα μόνος του», ενώ ο Montgomery έπαιζε τα πλήκτρα του ακόμα και γονατιστός! Κι όσο η φήμη τους χτιζόταν, τόσο περισσότερο αποφάσιζαν να περιοδεύουν, ιδιαίτερα αμέσως μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου “The Band Plays On”.

Κάπου στα μέσα της περιοδείας αυτής, ο Kossoff αναγκάστηκε να σταματήσει και να νοσηλευτεί με έλκος στομάχου. Αργότερα, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να αφήσει την τελευταία του πνοή λόγω πνευμονικού οιδήματος στις 19 Μαρτίου του 1976, κατά τη διάρκεια πτήσης από το Λος Άντζελες στη Νέα Υόρκη, πριν κυκλοφορήσει ο επόμενος δίσκος “2nd Street”. Το άλμπουμ τελικά βγήκε ένα μήνα περίπου μετά το θάνατο του Paul με την αφιέρωση: “Dedicated To Koss”. Απ’ ό,τι φάνηκε εκ των υστέρων, ο Kossoff δεν είχε μείνει μόνο στους στίχους του τραγουδιού του “Rock & Roll Junkie”. Βέβαια, η εξάρτησή του ήταν φανερή, αλλά, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι και πολύ αναμενόμενο να χάσει κάποιος τη ζωή του στα εικοσιπέντε του χρόνια. Μεταξύ των συναυλιών τους που ακυρώθηκαν ήταν και η προγραμματισμένη για τις 25 Απριλίου, με support ένα σχετικά νέο συγκρότημα που ήθελε να σπάσει τα όρια της Αυστραλίας και να κατακτήσει ευρύτερο κοινό: τους AC/DC.

Στο τετραπλό “Atlantic Years 1975-1976” υπάρχουν τα δύο παραπάνω άλμπουμ της μπάντας, δύο ηχογραφήσεις συναυλιών τους, όπως επίσης και πολλές σχετικές δημοσιεύσεις του τύπου της εποχής από το προσωπικό αρχείο του Terry Wilson-Slesser. Πιο συγκεκριμένα, από το απόλυτα ομοιογενές ντεμπούτο “The Band Plays On” ξεχωρίζουν τα τραγούδια “Train Song”, “Jason Blue” και “Rock & Roll Junkie”. Σημαντική ήταν η συνεισφορά του κιμπορντίστα Mike Montgomery, ο οποίος έγραψε μόνος πέντε από τα τραγούδια του και δύο μαζί με άλλους, ανέλαβε τα φωνητικά στα "All the Girls are Crazy", "Survivor", ενώ στο "New York, New York" (όχι, φυσικά, αυτό που τραγούδησαν οι Liza Minnelli και ο Frank Sinatra), κάνει ντουέτο με τον Terry Wilson-Slesser. Δυστυχώς όμως, μετά την κυκλοφορία του δίσκου ο Montgomery έφυγε από τη μπάντα, για να αντικατασταθεί από τον John "Rabbit" Bundrick (Free, The Who). Δύο από τα τραγούδια του Montgomery, τα "Jason Blue" και "The Band Plays On", δεν ήταν καινούργια, αφού είχαν προ διετίας συμπεριληφθεί στο φερώνυμο άλμπουμ των Bloontz, όπου έπαιζε μαζί με τους Wilson και Braunagel.

Παρά τα προβλήματα υγείας του ο Kossoff μπήκε στο στούντιο για να παίξει κατά την τελική ηχογράφηση του “2nd Street” για την Atco Records, με τον session κιθαρίστα W.G. 'Snuffy' Walden να έχει προηγουμένως κάνει την περισσότερη δουλειά. Από το δίσκο, που συνέχισε ακριβώς στο ίδιο στυλ με τον προηγούμενο σε παραγωγή του Glyn Johns, ξεχωρίζουν τα υπέροχα τραγούδια “Blue Soul”, “Stop Doing What You’re Doing”, όπως και τα “Raging River” και “Leaves in the Wind”.

Στον τρίτο δίσκο του boxed set υπάρχει η ζωντανή ηχογράφηση από το Fairfield Hall του Croydon στις 15 Ιουνίου του 1975, στην οποία, εκτός από τα τραγούδια της μπάντας, ακούμε και μια διασκευή του blues rock classic “The Hunter” του Albert King. Στον τέταρτο δίσκο θα βρείτε επτά τραγούδια από την τελευταία συναυλία που έδωσαν με τον Kossoff στις 3 Μαρτίου του 1976 στο The Starwood Club του Los Angeles. Αυτά τα τελευταία, μάλιστα, έχουν υποστεί τη μέγιστη δυνατή επεξεργασία, μια και η αρχική τους ηχογράφηση έγινε ανεπίσημα από έναν φίλο του γκρουπ. Μαζί τους στον ίδιο δίσκο έχουν συμπεριληφθεί διαφορετικές εκτελέσεις των “Jason Blue” και “It’s a Long Way Down to the Top”, αλλά και τα ακυκλοφόρητα “Evening Time” και “She’s Gone”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read 151 times