THE STEVE GIBBONS BAND - Rollin’: The Albums 1976-1978 (Esoteric Recordings / 2021)

Saturday, 23 October 2021 07:35
Published in Where Blues meets Rock

Κάποιοι λένε ότι στη μουσική δεν έχει σημασία η εικόνα, αλλά μόνο ο ήχος. Ουσιαστικά δε θα διαφωνήσω μαζί τους, αλλά παράλληλα δε μπορώ να μη δεχτώ ότι έχει διαχρονικά αποδειχτεί πως και αυτή παίζει το ρόλο της και μάλιστα κατεξοχήν στις πιο mainstream εκδοχές της.

Παρουσιάζει ο Κρεμμυδιώτης Τάκης

Το ίδιο μπορώ να πω και στην περίπτωση του γεννημένου στο Birmingham και αναμφισβήτητα καθαρόαιμου και πολύ αγαπημένου ρόκερ Steve Gibbons, που δε γίνεται να μη τη θεωρήσεις ως αναπόσπαστο μέρος της μουσικής του. Ρίξτε μια ματιά στα εξώφυλλα των δίσκων του και θα καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ.

Τι βλέπετε, λοιπόν; Ένα στιλάτο τύπο με «μαγκιά» και αυτοπεποίθηση και ένα βλέμμα που σε πείθει με την πρώτη ότι απολαμβάνει ειλικρινά να παίζει μουσική. Κάποιον που είναι αφοσιωμένος στη rock & roll κοσμοθεωρία των ‘70s και ταυτόχρονα ι crowd pleaser. Η καριέρα του ανατρέχει στα τέλη των ‘50s, όταν άφησε κατά μέρος τα εργαλεία του υδραυλικού, για να αντικαταστήσει τον τραγουδιστή Colin Smith της rock & roll μπάντας των Dominettes, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Uglys, για να στραφούν σταδιακά προς την ψυχεδέλεια. Ταυτόχρονα ο Steve δε δίσταζε να εκδηλώνει την αγάπη του προς τον Bob Dylan, η οποία στο πέρασμα του χρόνου θα γινόταν όλο και πιο έκδηλη. Μετά από άπειρες αλλαγές συνθέσεων και το οριστικό τέλος των Uglys, αρχικά μεταπήδησε στους βραχύβιους Balls, μαζί με πρώην μέλη των Move και Moody Blues, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκε στη μπάντα της πόλης του Idle Race, αντικαθιστώντας τον Jeff Lynne που είχε πάει στους Move, για να φτιάξει σε λίγους μήνες τους Steve Gibbons Band.

Στο συγκρότημά του έπαιζαν κιθάρα οι Dave Carroll και Bob Wilson, ντραμς ο Bob Lamb και μπάσο ο Trevor Burton, μαζί με τον τακτικό «επισκέπτη» John Entwistle των The Who. Άλλωστε, ο μάνατζερ των τελευταίων Peter Meaden, γνωστός και ως "Mod Father" ή "Mod God", ήταν εκείνος ο οποίος τους εξασφάλισε συμβόλαιο με την Αμερικανική εταιρεία MCA. Τελικά όμως, οι Η.Π.Α. δεν αποδείχτηκαν τόσο φιλόξενες στον ήχο τους, παρά τις εμφανείς υπερατλαντικές επιρροές, όσο η πατρίδα τους η Βρετανία. Βλέπετε, οι ιστορίες που διηγούνταν οι νότες τους ήταν λιγότερο «καθώς πρέπει» για τα αυτιά του μέσου Αμερικανού και, εν τέλει, οι τύποι προέρχονταν από μια χώρα όπου πολλά πράγματα, όπως η οδήγηση, τα παράθυρα, οι βρύσες και το αλατοπίπερο ήταν ανάποδα.  

Το πρώτο άλμπουμ τους, που λεγόταν "Any Road Up", κυκλοφόρησε από την Polydor Records το 1976 σε παραγωγή του Meaden. Η μπάντα είχε την παραπάνω σύνθεση, με τον Entwistle να συμμετέχει σε κάμποσα τραγούδια. Κανείς δε μπορούσε να περιμένει κάτι καλύτερο από ένα τέτοιο ντεμπούτο: ήταν ένα μεστό rock δείγμα, γεμάτο κέφι, αυτοπεποίθηση και «μουσική αλητεία». Η μπάντα έδειχνε ζόρικη, μια αληθινή rock n’ roll συμμορία της εποχής, που όποτε ήθελε δε δίσταζε να παραδοθεί σε κεφάτους ρυθμούς. Το εισαγωγικό “Take Me Home” είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Steve, που είχε όση Αμερικανιά χρειαζόταν για να λατρευτεί στο νότο. Περιέργως, όμως, τη μεγαλύτερη ανταπόκριση γνώρισε το βασισμένο στη φερώνυμη ταινία "Johnny Cool", που έφτασε στο #72 του The Billboard Hot 100. Εδώ είχαμε και το “Natural Thing”, με τα φωνητικά να εκφέρονται κατά το πρότυπο την πρώιμης rap του Bronx, χωρίς όμως να παραγκωνίζεται ο rock χαρακτήρας του. Ξεχωρίζουν ακόμα το στιλάτο “Strange World”, το α-λα Bob Seger “Chalita”, όμως η άλλη κορυφαία στιγμή του δίσκου, αλλά και της μπάντας γενικά, είναι το “Rollin’”, που αποπνέει όλη τη ροκάδικη «μαγκιά» και την αρχοντιά της δεκαετίας του ’70, χωρίς να χρειάζεται και πολλά ντεσιμπέλ. Με το τραγούδια αυτό άρχισε η περίεργη αγαπημένη συνήθεια κάποια τραγούδια να δανείζουν αυτούσιο ή μέρος του ονόματός του σε άλλα άλμπουμ.

Η μπάντα «πατούσε» καλά και, έχοντας τη συνδρομή του Meaden, κατόρθωσε να μετάσχει στην Αμερικανική και την Ευρωπαϊκή περιοδεία των The Who, όπως και να παίξει σε αρένες πλάι στους Lynyrd Skynyrd, The J. Geils Band, Little Feat και Electric Light Orchestra. Με την αυτοπεποίθηση στα ύψη, ποιος να αρνιόταν ότι το 1977 είχε φτάσει η ώρα για το επόμενο βήμα, το “Rollin’ On” (το πιάσατε το υπονοούμενο με τους τίτλους;) Η υπογραφή και η διανομή της Polydor Records ήταν ό,τι πιο αίσιο μπορούσε να υπάρξει κι έτσι δεν ήταν έκπληξη που η διασκευή του τραγουδιού “Tulane”, που ανήκε στο διαχρονικό μέντορα Chuck Berry, έγινε το μεγαλύτερο hit single της ιστορίας τους (#12 στο UK Singles Chart). Ο δίσκος δε διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον προηγούμενο, τόσο παρά τις περισσότερες folk επιρροές, όσο και την εμφανέστερη τάση για να δώσουν μια πιο «πιασάρικη» διάσταση σε καθαρόαιμα rock τραγούδια. Αυτό, άλλωστε, ήταν απολύτως αναμενόμενο, δεδομένης της εμπλοκής πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρείας. Το φερώνυμο τραγούδι είναι πολύ καλό και κεφάτο, με όμορφο κιθαριστικό σόλο, όπως και το ρυθμικό “Light Up Your Face”.  

Μέσα στην ίδια χρονιά το συγκρότημα κυκλοφόρησε στην ίδια εταιρεία το ζωντανά ηχογραφημένο “Caught in the Act”, πιστοποιώντας τη φήμη του ως εξαιρετικής live μπάντας. Τι κι αν τότε ο τυφώνας του punk παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του, ο Steve και η παρέα του ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν γερά το «οχυρό». Μόνο και μόνο να ακούσει κάποιος τις διασκευές που υπάρχουν στο δίσκο, μπορεί να καταλάβει για τι μιλάμε. Το ξεκίνημα γίνεται με το "Watching the River Flow" του Dylan, ενώ υπάρχουν ακόμα το “Day Tripper” των The Beatles και το "Tulane" του Chuck Berry. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει επίσης στο μάλλον αυτοβιογραφικό funky rock & roll του "He Gave His Life to Rock'n'Roll".



Το 1978 ήταν η χρονιά του “Down in the Bunker” που για αρκετούς είναι το πιο άρτιο άλμπουμ της μπάντας. Εδώ το παιχνίδι με τους τίτλους είχε συνέχεια με το τραγούδι "Any Road Up", που προέκυψε μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Το άλμπουμ ήταν μεν κλασικό παράδειγμα του διαμορφωμένου British rock & roll, αλλά παραγωγός του ήταν ο πολύπειρος Αμερικανός Tony Visconti (David Bowie, T-Rex, Badfinger, Moody Blues). Εύκολα γίνεται αντιληπτή μια μελωδικότερη διάσταση των τραγουδιών, που δεν αφαιρεί κάτι από το σαφή rock προσανατολισμό της μπάντας, αλλά, αντιθέτως, κάνει την καλή rock μουσική πιο «εύληπτη» για το μη φανατικό της ακροατήριο. Άλλωστε, αυτό δεν είναι το χαρακτηριστικό του rock n’ roll ήχου του Steve; Πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση που, όπως βλέπουμε στο εξώφυλλο, η εποχή των μακριών μαλλιών και της αγριάδας είχε μπει σε δεύτερο πλάνο. Τα "No Spitting on the Bus" και "Down in the City" αποτελούν χαρακτηριστικές στιγμές του δίσκου, όπως και το εξαιρετικό φερώνυμο τραγούδι. Πολύ καλό επίσης είναι το “Big J.C.”, που μας υπενθυμίζει την αγάπη του Steve για τον Bob Dylan

Αυτό το κομμάτι της ιστορίας θα ξαναζωντανέψει στις 3 Δεκεμβρίου με το πενταπλό και απολαυστικό box set “Rollin’: The Albums 1976-1978”, όπου, εκτός από τα παραπάνω τέσσερα άλμπουμ υπάρχει και το “BBC Radio One in Concert - 17th November 1977”.
Let the good times roll…
 

Read 66 times