PETER BARDENS - Long Ago, Far Away: The Recordings 1969 - 1971 (Esoteric Recordings / 2022)

Friday, 06 May 2022 17:28
Published in Where Blues meets Rock

Η αυτού εξοχότης ο κος Bardens

Υποκλίνεται ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Όταν κυκλοφόρησε το μπροστά ακόμα κι από την εποχή μας “666” των Aphrodite’s Child, οι μυημένοι (και είχε πάρα πολλούς τότε, πιστέψτε με) ακούγοντας τον Αργύρη Κουλούρη να παίζει κιθάρα θυμήθηκαν εκείνη του μοναδικού Andy Gee, δηλαδή του κρυμμένου κάτω από αυτό το ψευδώνυμο Peter Green, στο “The Answer”. Τώρα θα με ρωτήσεις: «Τι υπονοείς, δηλαδή; Ότι ο Peter Bardens ήταν κι αυτός πέρα από το μύθο;» Κι εγώ, αφού μειδιάσω, καθόλου όμως αινιγματικά, θα απαντήσω: «Συ είπας».

Γεννημένος στις 19 Ιουνίου του 1944, ο Bardens έδειξε από νωρίς το πλούσιο ταλέντο του στη πλήκτρα και τη σύνθεση. Ήταν μόλις δεκαεπτά ετών, όταν ξεκίνησε τη μουσική του πορεία στη blues μπάντα των Hamilton Kings Blues Messenger, μαζί με τον Ray Davies. Τον Ιούλιο του 1963 μέσω του φίλου του Mick Fleetwood εντάχθηκε στο πρώτο γι’ αυτόν επαγγελματικό γκρουπ, τους Cheyens, οι οποίοι σύντομα απέκτησαν φήμη εξαιρετικής live μπάντας, κερδίζοντας με το σπαθί τους εμφανίσεις σε ιστορικά rhythm and blues μέρη του Λονδίνου, όπως τα The Flamingo και The Ricky Tick. Η Columbia έσπευσε να υπογράψει συμβόλαιο μαζί τους, αλλά στην πράξη κυκλοφόρησε μόνο το single “Down and Out” σε παραγωγή του Bill Wyman των Rolling Stones, αφού το συγκρότημα διαλύθηκε τον Απρίλιο του 1965, ύστερα από την απόφαση του Bardens να πάει στους Them του παμμέγιστου Van Morrison.

Μαζί τους είχε την ευκαιρία να διευρύνει κι άλλο τους μουσικούς του ορίζοντες, αν και η συνύπαρξή τους κράτησε μονάχα ένα εξάμηνο. Η καθοριστική όμως χρονιά της πρώιμης φάσης της καριέρας του ήταν το 1966, όταν ίδρυσε ένα οργανικό γκρουπ με το όνομα Peter B’s Looners, στο οποίο συμμετείχαν οι ήδη συνεργάτες από τους Cheynes Phil Sawyer και Mick Fleetwood, όπως και ο κύριος Peter Green. Μετά το single στην Columbia “If You Wanna Be Happy” το Μάρτιο του 1966, το γκρουπ μετονομάστηκε σε Shotgun Express και είχε εμφανείς soul εμμονές και κάποιον κύριο Rod “the Mod” Stewart ως frontman! Δυστυχώς όμως, δε μπόρεσαν να συνυπάρξουν για πολύ, με αποτέλεσμα να διαλυθούν τον Απρίλιο του 1967.  

Τους επόμενους μήνες ο Bardens πέρασε από αρκετά διαφορετικά συγκροτήματα, με γνωστότερα τους Julian Covey and the Machine και τους Mike Cotton Sound, μέχρι τον Αύγουστο του 1968 που σχημάτισε τους Village μαζί με τον κιθαρίστα Bruce Thomas και τον ντράμερ Bill Porter, για να συντηρήσει την επαφή του με την ψυχεδελική και τη μεσουρανούσα progressive ανεξάρτητη σκηνή. Με το σχήμα αυτό έπαιξε δίπλα σε μεγάλα ονόματα της εποχής, με μεγαλύτερο αυτό των Chicago στο Royal Albert Hall, υπογράφοντας παράλληλα στη νεοσυσταθείσα δισκογραφική εταιρεία Head Records, με την οποία κυκλοφόρησε σε παραγωγή του Peter το ψυχεδελικό single “Man in the Moon / Long Time Coming” τον Ιούλιο του1969, το οποίο υπάρχει στο “Long Ago, Far Away: The Recordings 1969 -1971”. Τα πράγματα όμως μπερδεύτηκαν μετά το πρόωρο κλείσιμο της εταιρείας, με την πρόσκληση του Nat Joseph της Transatlantic Records να τους βγάζει από το προσωρινό αδιέξοδο.

Οι Village ήταν γραφτό να αποτελέσουν το τελευταίο καταφύγιο του Bardens, πριν αυτός ξεκινήσει την πρώτη φάση της προσωπικής του καριέρας. Η Transatlantic εξακολούθησε να τον στηρίζει κι εκείνος μπήκε στο Sound Techniques στούντιο, όπου ηχογράφησε το έπος “Homage to the God of Light”, που αποτέλεσε κλασικό παράδειγμα προοϊκονομίας για τα όσα θα ακολουθούσαν σύντομα με τους Camel (και ναι, μπορείτε άφοβα να φέρετε στο νου σας το “God of Light Revisited”των Camel, που υπάρχει στο φοβερό και τρομερό “Live at Dingwall’s Dancehall”). Τη μεγάλης διάρκειας αυτή σύνθεση, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1971 σε δύο μέρη στη Γαλλία ως single ηχογραφημένη με τη συνδρομή των Andy Gee, Bruce Thomas, Reg Isadore, Rocky, Alan Marshall, Dave Wooley, Linda Lewis, Steve Ellis, θα βρείτε επίσης εδώ, για πρώτη φορά μάλιστα σε ψηφιακή μορφή. Από το ίδιο session του 1970 προέρχεται και το υπέροχο ορχηστρικό “Long Ago Far Away”, που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή αυτή και έμεινε ακυκλοφόρητο επί σαράντα χρόνια.

Το Φεβρουάριο του 1970, δηλαδή ένα μήνα πριν την τελευταία ζωντανή του εμφάνιση με τους Village, ξεκίνησε η προσωπική καριέρα του Bardens και σύντομα απέδωσε το καλύτερο σόλο άλμπουμ που έφτιαξε ποτέ, το "The Answer". Ο δίσκος, που φυσικά υπάρχει στο διπλό “Long Ago, Far Away: The Recordings 1969 -1971”, κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1970 με τη βοήθεια των ίδιων μουσικών που μετείχαν στα προηγούμενα sessions και σε παραγωγή του Bardens. Απέσπασε τα διθυραμβικά σχόλια του Nat Joseph, ο οποίος ομολογούσε ότι θεωρούσε τον Pete ως έναν top-class μουσικό που σίγουρα θα γινόταν massive star! Δυστυχώς όμως, δεν επαληθεύτηκε ως προς το δεύτερο. Με το ντεμπούτο του ο Pete είχε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τις blues-progressive επιρροές του, μέσα από τα μαγικά κίμπορντς και την ικανότητά του να συνθέτει τραγούδια. Η συμμετοχές του μπασίστα Bruce Thomas (Elvis Costello and the Attractions), του τραγουδιστή των Love Affair Steve Ellis και φυσικά του Peter Green βοήθησαν τα μέγιστα για να βγει το υπέροχο αυτό αποτέλεσμα. Πέρα από τη φερώνυμη σύνθεση, ακούστε το "Homage to the God of Light", για να δείτε πώς συνυπάρχουν αρμονικά και απογειωτικά η blues και το Chicano rock. Πάω στοίχημα ότι θα ήταν ανάμεσα στα αγαπημένα ακούσματα του θείου Carlos, ο οποίος είχε μόλις ολοκληρώσει το “Abraxas”.  

Την επόμενη χρονιά ακολούθησε ένας ακόμη προσωπικός δίσκος με τίτλο το όνομά του, γνωστός στην Αμερική ως “Write My Name in the Dust”, που επίσης συμπεριλαμβάνεται εδώ. Οκτώ από τις εννιά συνθέσεις του ανήκουν στον Pete, με το “Down So Long” να συνυπογράφεται από τους Vic Linton, Reg Isadore και John Owen. Δεν έχει τα ξεσπάσματα του προηγούμενου, παρά τις hard rock και soul σαφείς αναφορές του, αφού συχνά το τελικό αποτέλεσμα καθοδηγείται από αντίστοιχες ήπιες jazz και κλασικές, που συχνά μετατρέπουν τον ήχο σε progressive. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν και οι διαφορετικοί μουσικοί που έλαβαν μέρος στην ηχογράφησή του. Και πάλι όμως, το βάρος έπεσε στα πολύπλευρα πλήκτρα του Pete, που γεφυρώνουν περίτεχνα τα παραπάνω φαινομενικά μη συμβατά μουσικά είδη, αλλά και στον Peter Green, που αυτή τη φορά ως Andy Gee έβαλε το μαγικό χεράκι του μόνο στα soul-rock “Feeling High” και “Blueser”. Ξεχωρίζει ακόμα το “Tear Down the Wall” και το “My House”, που μοιάζει ως ο καλύτερος πρόλογος του φερώνυμου ντεμπούτου των Camel. Βλέπετε, οι πωλήσεις των προσωπικών του δίσκων, παρά την ποιότητά τους, όπως και οι θέσεις που πήραν στους καταλόγους επιτυχιών, δεν ήταν τέτοιες που επέτρεπαν πλέον να αισιοδοξεί για τη σόλο πορεία του.

Τότε ήταν που ο Bardens σκέφτηκε σοβαρά να εγκαταλείψει την Αγγλία για χάρη της Αμερικής, χωρίς όμως να αποκλείει την πιθανότητα να συνεργαστεί με κάποιο άλλο συγκρότημα. Κι έτσι, η καλή του (και «μας») τύχη, τον έφερε στο πλευρό του Phillip Goodhand - Tait, όπου συναντήθηκε με τα μέλη των The Brew, δηλαδή τον κορυφαίο Andrew Latimer, με τον οποίο στη συνέχεια έφτιαξαν το 1971 μαζί με τους Andy Ward και Doug Ferguson το συγκρότημα της καρδιάς μου, τους Camel. Το Νοέμβριο η μπάντα έπαιξε για πρώτη φορά ζωντανά, στις 4 Δεκεμβρίου άνοιξε για τους Wishbone Ash και τον Αύγουστο του 1972 υπέγραψε στην MCA Records. Τα υπόλοιπα ελπίζω πως τα γνωρίζετε. Αν όχι, κάνετε μια αρχή με το συλλεκτικό “Long Ago, Far Away: The Recordings 1969 -1971”, για να θυμηθείτε ή να ανακαλύψετε πόσο επιδραστικός υπήρξε ο ήπιων τόνων αναθρεμμένος με τα blues και το “British Blues Boom” Bardens όχι μόνο για το progressive rock, αλλά και τον ευρύτερο rock ήχο των 70s.

Read 39 times