JEFFERSON AIRPLANE - Long John Silver / Thirty Seconds Over Winterland (Esoteric Recordings/2020)

Thursday, 12 March 2020 12:50
Published in Check Also

Μιλάμε για το Αεροπλάνο Jefferson. Όχι για το Διαστημόπλοιο Jefferson και ούτε καν για το σκέτο Διαστημόπλοιο.

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

 

 

Το αεροπλάνο Jefferson απογειώθηκε για πρώτη φορά με το φερώνυμο ντεμπούτο του το 1966 και μέσα στα δύο χρόνια που ακολούθησαν κυκλοφόρησε το “Σουρεαλιστικό Μαξιλάρι” και την “Κορωνίδα της Δημιουργίας”. Με άλλα λόγια, είχε ήδη πετύχει να γράψει μερικές σημαντικές σελίδες στη μουσική ιστορία και ειδικότερα στο ψυχεδελικό rock. Η δισκογραφική πορεία τους συνεχίστηκε ουσιαστικά μέχρι το 1972, μιας και το φερώνυμο άλμπουμ του 1989 ακούστηκε αρκετά «αποστασιοποιημένο» από το γνώριμο 70s ήχο τους. Ο άτυπος αυτός επίλογος ήταν το “Long John Silver”, που ήρθε αμέσως μετά το χρυσό “Bark” και κυκλοφόρησε στη Grunt Records, ήταν ένα στοίχημα για τη μπάντα, αφού σηματοδοτούσε τη νέα εποχή μετά την αποχώρηση του ιδρυτικού μέλους Marty Balin. Πλάι του στέκεται και το ζωντανά ηχογραφημένο «δίδυμο αδελφάκι» του “Thirty Seconds Over Winterland”, που θα κυκλοφορήσουν μαζί re-mastered στις 27 Μαρτίου στο διπλό “Long John Silver / Thirty Seconds Over Winterland” από την Esoteric Recordings.

 

 

Από το Μάρτιο μέχρι το Μάϊο του 1972, λοιπόν, η μπάντα μπήκε στα γνώριμα Wally Heider Studios της πόλης τους, του San Francisco, και ηχογράφησε τα εννέα τραγούδια του έβδομου και τελευταίου για τη δεκαετία δίσκου της. Το πρωτοποριακό εξώφυλλό του θεωρήθηκε ιστορικό, αφού μπορούσε να διπλωθεί κατάλληλα για να σχηματίσει ένα κουτί πούρων, ενώ στην εσωτερική του πλευρά είχε απεικόνιση μαριχουάνας. Η πατρότητα των τραγουδιών του ανήκε στο τότε ζευγάρι του κιθαρίστα και τραγουδιστή Paul Kantner και της πιανίστριας και τραγουδίστριας Grace Slick. Μαζί τους ήταν και οι Jack Casady (μπάσο), Jorma Kaukonen (κιθάρα και φωνητικά), Papa John Creach (βιολί) και οι Joey Covington και John Barbata (ντραμς). Οι Jefferson Airplane έζησαν μόνο για επτά χρόνια, αλλά κατάφεραν πολύ περισσότερα από ό,τι θα περίμενε κανείς, λόγω του πάθους που μοιράζονταν για τη μουσική. Σταδιακά όμως οι τριβές λόγω διαπροσωπικών σχέσεων και η συνειδητοποίηση του ότι αυτό που έπαιζαν δεν ήταν πλέον κάτι το καινούργιο, έφεραν τα πρώτα σύννεφα στη ζωή του συγκροτήματος.

 

 

Ο Kaukonen σε συνέντευξή του δήλωσε πως το “Long John Silver”, αν και δεν έχει τη συνοχή που είχαν το “After Bathing at Baxter’s” ή το “Crown of Creation”, είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό άλμπουμ της μπάντας. Το εισαγωγικό φερώνυμο του δίσκου τραγούδι θεωρείται ως αντιπροσωπευτικό του γεφυρώματος του ήχου της μπάντας με εκείνου των Hot Tuna, στους οποίους μετείχαν ο Kaukonen και ο Casady. Στο “The Son of Jesus” παρατίθενται οι επηρεασμένες από το Καθολικό και Ιησουίτικο παρελθόν trippy απόψεις του Kantner, ενώ το “Eat Starch Mom” ξεχωρίζει για το αποκαλούμενο μετα-ψυχεδελικό του τζαμάρισμα. Το “Milk Train” είναι κατά βάση ένα blues τραγούδι, με τη σημαντική συνεισφορά του βιολιστή Papa John Creach. Στο “Trial by Fire” υπάρχουν αναφορές στο ψυχεδελικό folk-rock “Good Shepherd” από το άλμπουμ “Volunteers”, ενώ στο “Fire” παίζει ο ντράμερ των Hot Tuna Sammy Piazza, με τους δύο βασικούς ντράμερ να του παραχωρούν τη θέση τους.

Ο δίσκος παρουσιάστηκε σε εκτενή περιοδεία στις Η.Π.Α., από την οποία γεννήθηκαν τα επτά τραγούδια του “Thirty Seconds Over Winterland”, που ηχογραφήθηκαν τόσο στο Chicago Auditorium, όσο και στο Winterland του San Francisco. Αυτό ήταν το δεύτερο live άλμπουμ τους, μετά το “Bless Its Little Pointed Head”, που είχε για εξώφυλλο το επίσης πρωτοποριακό με τα φτερωτά ρολόγια - τοστιέρες, που ήταν απολύτως ενταγμένο στο σουρεαλιστικό κόσμο των Airplane. Από αυτό ξεχωρίζει το τζαμάρισμα στην ενδεκάλεπτη εκδοχή του “Feel So Good”, το κλασικό “Crown of Creation” και το “Twilight Double Leader”.

 

 

Η αλλαγή στον ήχο τους ήταν ήδη έκδηλη, αλλά, όπως πάλι έχει πει σε συνέντευξη του ο Kaukonen, οι οπαδοί τους δεν τους πρόδωσαν, αλλά δέχτηκαν στην πλειοψηφία τους το ότι η εποχή του ’65 είχε μείνει πίσω. Κι έτσι, η μπάντα έγραφε τα νέα τραγούδια της απαλλαγμένη από το άγχος να φτιάξει νέα hits, οπότε οι Airplane βίωναν πλέον την ομολογουμένως ριψοκίνδυνη ελευθερία να πειραματίζονται στα live, για να βρουν τον τρόπο που θα ηχογραφούν στο στούντιο.


Ύστερα ακολούθησε ένα ακόμα παρθενικό ταξίδι απογείωσης, μόνο που αυτή τη φορά το Jefferson δεν ήταν αεροπλάνο, αλλά όμορφο διαστημόπλοιο. Την τελευταία όμως απογείωση την έκαναν ως Starship, αλλά, ήταν πραγματικά κρίμα που το σκάφος δεν είχε μείνει από καύσιμα…

Read 160 times