THE ELECTRIC PRUNES - Then Came the Dawn: The Complete Recordings 1966-1969 (Grapefruit / 2020)

Friday, 15 October 2021 15:36
Published in Check Also

"I Had Too Much to Dream (Last Night)". Last Decades, θα έλεγα καλύτερα…
«Τα Ηλεκτρικά Δαμάσκηνα». Τι άσχετο, θα έλεγε κάποιος… άσχετος. Γιατί, αν ήταν έστω και ελάχιστα σχετικός ζώντας στη δεκαετία του ’60, θα είχε εύκολα αντιληφθεί ότι απλά δε γινόταν να βρεθεί πιο εκφραστικό για τη μουσική τους όνομα. Και ένα όνομα σαν κι αυτό, όχι μόνο δεν περνούσε με τίποτα απαρατήρητο, αλλά συνδέθηκε άρρηκτα με τους πρεσβευτές του 60s psychedelic rock της νότιας California.

Περιγράφει ο Κρεμμυδιώτης Τάκης

Αιχμή του δόρατος αποτέλεσε το "I Had Too Much to Dream (Last Night)", ένα κλασικό single κομμένο και ραμμένο στο πλαίσιο του περίφημου Summer of Love. Οι Prunes όμως υπήρξαν πολλά πέρα από αυτό το τραγούδι, όπως και από το “Get Me to the World On Time”, μέσα από τις διαρκείς μεταμορφώσεις τους.
Ουσιαστικά, όλα ξεκίνησαν το 1962 στη Χαβάη, όπου ο James Lowe, αφού έπαιξε σε ένα bluegrass ντουέτο, συνέλαβε την ιδέα να φτιάξει μια δική του μπάντα. Επιστρέφοντας στο Los Angeles δύο χρόνια αργότερα γνώρισε τρεις φοιτητές του Taft High School, τον ντράμερ Steve Acuff (που σύντομα τα παράτησε για να κάνει surf και αντικαταστάθηκε από τον Mike Weakley) και τους κιθαρίστες Mark Tulin και Ken Williams. Αυτοί ήταν οι The Sanctions, που έκαναν πρόβες στο γκαράζ του σπιτιού του Lowe αφιερωμένοι ψυχή τε και σώματι στη μουσική, ως γυμνασιόπαιδες χωρίς φιλενάδες. Στις 27 Μαρτίου 1965 ηχογράφησαν το πρώτο τους demo με rock’n’roll διασκευές, όπου υπήρχαν οι “Long Tall Sally”, “Money”, “What’d I Say” και “Louie Louie”. Μετά από λίγους μήνες άρχισαν να επαναπροσδιορίζουν τον ήχο τους με την προσθήκη του κιμπορντίστα Dick Hargrave, αλλάζοντας το όνομά τους σε Jim and The Lords, για να ηχογραφήσουν τέσσερα άλλα κομμάτια, πριν επιστρέψουν ξανά στην αρχική σύνθεση ως κουαρτέτο.

Ενώ οι πρόβες συνεχίζονταν, μια μέρα ο πατέρας του Mark είδε μια όμορφη και χαμογελαστή κοπέλα, τη Barbara Harris, να στέκεται έξω από το γκαράζ και να ακούει τη μπάντα. Αυτή ήταν φίλη του Dave Hassinger, που εκείνη την εποχή ηχογραφούσε τους Rolling Stones στα στούντιο της RCA. Αφού είπε ότι της άρεσε πολύ αυτό που άκουσε, ζήτησε ένα τηλέφωνο επικοινωνίας και, αν και όλοι γέλασαν, της έδωσαν έναν αριθμό. Δύο εβδομάδες μετά τους ζήτησε να παίξουν σε ένα πάρτι γενεθλίων μιας φίλης της, όπου θα παρευρισκόταν και ο Hassinger. Όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, η φίλη της ήταν η τραγουδοποιός Annette Tucker. Ο δε Hassinger, ενθουσιασμένος με τη μπάντα, κανόνισε να παίξουν στο σπιτικό στούντιο του Leon Russell. Αυτός, προφανώς εντυπωσιασμένος από τον ήχο τους, τους ζήτησε να διαλέξουν ένα πιο πιασάρικο όνομα. Τότε η μπάντα επέλεξε το The Electric Prunes, εμπνευσμένη από το ερώτημα - ανέκδοτο: «τι είναι μωβ και βουίζει» και αυτός τους αποζημίωσε με την κυκλοφορία ενός επτάιντσου στη Reprise Records, που είχε στην πρώτη πλευρά το διαμαρτυρόμενο “Ain’t It Hard”, που παρά λίγο να κοπεί από το ραδιόφωνο εξαιτίας των στίχων “And your brother’s in the bathroom with acid in his head and there’s no place to go ‘cause the town’s all dead”.
Τότε ήρθε στη μπάντα ο κιθαρίστας James ‘Weasel’ Spagnola, ενώ τη θέση του μάνατζερ κατέλαβε ο Lenny Poncher. Απ’ ό,τι φαίνεται είχε έρθει η ώρα της Annette Tucker, που κατά παράκληση του Hassinger τους έδωσε το “I Had Too Much to Dream (Last Night)”, ένα τραγούδι που είχε γράψει μαζί με την Nancie Mantz. Ένα τραγούδι που αποδείχτηκε αρκετά πρόσφορο και πρωτοποριακό να υιοθετήσει καινοτόμες τεχνικές για να προσλάβει ψυχεδελικό ήχο και εμφανή fuzz-tones και tremolo effect. Η υποδοχή του από την τηλεόραση και το μουσικό τύπο ήταν εξαιρετική, με τη Reprise να πιέζει το συγκρότημα για γρήγορη κυκλοφορία του ντεμπούτου άλμπουμ, εκμεταλλευόμενη την ευνοϊκή περίσταση. Μέσα στον πανικό ο Hassinger ζήτησε από την Annette Tucker να γράψει μερικά τραγούδια με τη βοήθεια των Nancy Mantz και Jill Jones έτσι ώστε να μιλάμε για μια “electronic effects” μπάντα.

Τα τραγούδια των Mantz/Jones “Get Me to the World On Time” και “Try Me On For Size”, όπως και το “Train To Tomorrow” των Prunes έβγαζαν μια «περίεργη» εικόνα, που συντηρούνταν από το εξίσου ασυνήθιστο εξώφυλλο του Stan Leong. Οι στίχοι ήταν ταξιδιάρικοι και σαφώς ενδοσκοπικοί, όπως και οι μελωδίες που μόνο συμβατικές δεν τις έλεγες, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή. Έτσι, ήρθε η στιγμή να παίξουν ως support των Beach Boys στην περιοδεία του θρυλικού “Pet Sounds”, αν και δεν είχαν εμπειρία ως live μπάντα. Το Μάρτιο του 1967 δημιούργησαν ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση με την κυκλοφορία του 45’’ “Get Me to the World On Time”, με τις απανωτές εμφανίσεις τους στην τηλεόραση, αλλά και λόγω της συμφωνίας τους με τη Vox, που τους χορήγησε εξοπλισμό, με αποκορύφωμα το ολοκαίνουργιας τεχνολογίας wah-wah pedal. Η ώρα του ντεμπούτου είχε πλέον φτάσει, με τον Hassinger να αφήνει αρκετά περιθώρια στη μπάντα, αφού ήταν απορροφημένος από τη δουλειά του για ένα άλλο ντεμπούτο στη Warner Brothers μιας μπάντας που λεγόταν Grateful Dead!

Από το δεύτερο άλμπουμ “Underground”, μπορεί να προωθήθηκε ως 45’’ το “Dr Do-Good”, αλλά ξεχώρισαν, μεταξύ άλλων, τα “The Great Banana Hoax” και το «περίεργο» “Wind Up Toys”, το οποίο ήταν η πρώτη σύνθεση που ανήκε αποκλειστικά στο συγκρότημα. Αμέσως άρχισαν τα πήγαινε - έλα, που καλά κράτησαν τα επόμενα χρόνια, με τον Spagnola να αποχωρεί λόγω ηπατίτιδας και ουσιών και να αντικαθίσταται από τον Mike Gannon (The Nomads), τον Preston Ritter να κουνάει μαντήλι λόγω του ότι ήθελε να αφοσιωθεί στη jazz και τον Mike Weakley να επανέρχεται ως Quint. Ο δίσκος αυτός απελευθέρωσε το συγκρότημα, παρά τους κυρίως γυναικείων ενδιαφερόντων στίχους, αλλά απογοήτευσε τον Hassinger. Ακολούθησαν νέες περιοδείες, σύνθεση μουσικής για μια ταινία του Gunnar Hellström με το ανατρεπτικό 45’’ “Shadows” να κυκλοφορεί σε λίγα αντίτυπα και μεταγενέστερα να γίνεται συλλεκτικό αντικείμενο πόθου, αλλά και πειραματισμοί με νέες τεχνολογίες, μέχρι που βρέθηκαν στο δρόμο του David Axelrod.

Ο διάσημος αυτός παραγωγός και συνθέτης αναζητούσε μια μπάντα που θα έφτιαχνε μια ψυχεδελική ερμηνεία της θείας λειτουργίας των Καθολικών, χρησιμοποιώντας εξολοκλήρου λατινικό στίχο. Ποιος καλύτερος λοιπόν, από τους The Electric Prunes, που είχαν στη σύνθεσή τους τον Lowe, ένα πρώην παπαδοπαίδι; Οι πρόβες άρχισαν με την προσθήκη οργανίστα, κορνετίστα και τσελίστα κι έτσι το πρωτοπόρο του religious rock “Mass in F Minor” κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1968 για να προλάβει τη Χριστουγεννιάτικη αγορά, με εισαγωγικό τραγούδι το γνωστότερο από την ταινία Easy Rider “Kyrie Eleison” (που στη συνέχεια γίνεται σε άψογα Ελληνικά «Χριστέ ελέησον») και ακολούθως το τρομερά ψυχεδελικό “Gloria”, που θυμίζει Jefferson Airplane. To Billboard υποκλίθηκε στο εγχείρημα, όπως και μεγάλο μέρος του underground τύπου, αλλά οι δεκαπέντε Καθολικές εφημερίδες δεν του επιφύλαξαν καθόλου ενθουσιώδη υποδοχή, αφού το φάντασμα του LSD ήταν ορατό. Στα ίδια περίπου μουσικά χνάρια κινήθηκε και το “Release of an Oath” (1968) που εξερεύνησε Χριστιανικές και Ιουδαϊκές λειτουργίες, ενώ στο τελευταίο τους “Just Good Old Rock and Roll” το συγκρότημα ήταν ουσιαστικά διαλυμένο και τα ο Hassinger κινούσε τα τελευταία νήματα, κάνοντας μεταστροφή σε αυτό που ρητά υποδήλωνε ο τίτλος του.

Οι Prunes είχαν ήδη εγκατασταθεί στο Λονδίνο, όπου απόλαυσαν την επιτυχία τους και τα ολονύχτια πάρτι, έπαιξαν πλάι στους The Soft Machine και The Move, αλλά και σε διάφορα μέρη όπως τα Marquee, Middle Earth και Speakeasy και γνώρισαν από κοντά τον Jimi Hendrix, τον Brian Jones και κάποιους George, Paul και Ringo που ηχογραφούσαν τότε ένα δίσκο με τίτλο “The Magical Mystery Tour”. Η εταιρεία πίεζε πολύ για ένα radio-play single κι έτσι ήρθε το 45’’ “Everybody Knows”, που είχε ως flipside το αγαπημένο στις συναυλίες “You’ve Never Had It Better”. Η μεγάλη όμως εμπορική επιτυχία δεν ήρθε κι έτσι άρχισαν οι διαφωνίες μεταξύ των μελών και οι αποχωρήσεις και αντικαταστάσεις συνεχίζονταν με τρελό ρυθμό, όπως και οι παραλλαγές του ονόματός τους, με το βάρος πλέον να πέφτει στις συναυλίες, όπου έπαιξαν μαζί με τους Cream και τους Doors. Η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι το 1970, όταν έπεσαν οριστικά οι τίτλοι τέλους, μέχρι το 1999 που η μπάντα ξαναζωντάνεψε με μοναδικό εκπρόσωπο του παρελθόντος τον James Lowe.

Αυτή την ιστορία θα έχουμε τη δυνατότητα να ακούσουμε από τις 29 Νοεμβρίου στο εξαπλό “Then Came the Dawn: The Complete Recordings 1966-1969”, όπου περιλαμβάνονται όλα τα παραπάνω άλμπουμ, σπάνιες εκτελέσεις, mixes και demos, όπως και remastered το θρυλικό live τους στη Στοκχόλμη από το 1967. “Then came the dawn / And (they) were gone”, αν και δε βάζω καθόλου στοίχημα…

 

Read 85 times