PHILLIP GOODHAND-TAIT - Gone Are the Songs of Yesterday: The Complete Recordings 1970-1973 (Lemon Recordings / 2021)

Monday, 18 October 2021 16:55
Published in Check Also

"I Think I’ll Write a Review…”

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Τα πράγματα είναι πού απλά: αν δεχτούμε ότι “Gone Are the Songs of Yesterday”, τότε καλύτερα να μην τα ακούμε. Μήπως όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο; Ξέρω, ξέρω, θα μου πείτε ότι αν μένουμε διαρκώς προσηλωμένοι στο παρελθόν, θα χάσουμε το όμορφο παρόν. Καμία αντίρρηση, αρχικά. Μήπως, όμως, το παρελθόν μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν; Αλήθεια, εν έτει 2021 χρειάζεται να απαντήσω σε αυτήν τη, ρητορική για χάρη του γραπτού λόγου, ερώτηση; Όχι, βέβαια…  
Ομολογώ ότι τον πολύ ταλαντούχο Phillip Goodhand-Tait τον γνώρισα εξαιτίας της υπέρτατης αγάπης μου για τη μουσική των Camel. Θα έπρεπε να ντρέπομαι γι’ αυτό; Όχι, βέβαια. Τω καιρώ εκείνω τα πράγματα σχετικά με τη μουσική ενημέρωση δεν είχαν όπως σήμερα. Κι έτσι, ήρθα σε επαφή με τη μουσική του αργότερα, λόγω του ότι μαζί του έπαιξαν στο άλμπουμ του “I Think I'll Write a Song” τρεις από τους διαχρονικά πιο αγαπημένους μου μουσικούς: ο Andy Latimer, o Doug Ferguson και o Andy Ward. Όσοι από εσάς δεν τον γνωρίζετε, θα έχετε μια εξαιρετική ευκαιρία να έρθετε σε επαφή με το έργο του από τις 26 Νοεμβρίου και μετά, λόγω του τετραπλού “Gone Are the Songs of Yesterday: The Complete Recordings 1970-1973”, στο οποίο παρουσιάζεται όλη η προσωπική του καριέρα.

Ο αξιότιμος κύριος Phillip Goodhand-Tait ανήκει σε εκείνους που τόλμησαν να γεφυρώσουν το «χάσμα» μεταξύ της pop, του blues και του rock, κάτι που αρκετά αργότερα έμελλε να επαινεθεί ορθά ως fusion. Όλα ξεκίνησαν το 1961, τότε που δημιουργήθηκε η εταιρεία Dick James Music και οι φτιαγμένοι για τις ανάγκες σχολικού χορού Phil Tone and the Vibrants πήραν την πρώτη τους κριτική. Σύντομα η μπάντα μετονομάστηκε σε The Stormsville Shakers, με τον Phil να αναλαμβάνει τα φωνητικά. Ο Dick James είχε μόλις συνεργαστεί με τον Brian Epstein στη νεοσύστατη Northern Songs, που επικεντρωνόταν σε τραγούδια των John Lennon και Paul McCartney. Σύμφωνα με τα κρατούντα την εποχή εκείνη, ο Phil υπέγραψε στην Dick James Music (μετέπειτα The DJM Org.), εκχωρώντας στον ιδιοκτήτη της το 50% των πνευματικών του δικαιωμάτων κι όταν το “Everlasting Love” (1968) κυκλοφόρησε, ο Dick του έστειλε ως προκαταβολή ένα τσεκ 250 λιρών, ενώ σε έξι μήνες ακολούθησαν κι άλλες 2.000 λίρες. Η επιτυχία του τραγουδιού οδήγησε τον Phil να υπογράψει νέο συμβόλαιο με τους παραγωγούς του Sid Bacon και John Cokell, που στο μεταξύ ίδρυσαν την Josid Music.

Μετά από αυτά, ο γνώστης του χώρου ως πρώην τραγουδιστής Dick James μαζί με το γιο του Stephen αποφάσισαν να ιδρύσουν δική του δισκογραφική εταιρεία. Μέχρι τότε, οι pop επιτυχίες αποτελούσαν ένα είδος «κοινοκτημοσύνης», αφού διασκευάζονταν άμεσα από περισσότερους μουσικούς, οι οποίοι μοιράζονταν σε πρώτο χρόνο τη δόξα. Από τη δεκαετία όμως του ’60 και κυρίως από τους The Beatles η κατάσταση άλλαξε, με αποτέλεσμα κάθε τραγούδι να συνδέεται με ένα δημιουργό, ενώ από τα 70s η δισκογραφία προσανατολίστηκε κυρίως στα άλμπουμ, αφαιρώντας σταδιακά την πρωτοκαθεδρία από τα hit singles. Μέσα σε αυτό το κλίμα, βγήκαν στην επιφάνεια συνθέτες που τραγουδούσαν τα δικά τους τραγούδια, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Phillip Goodhand-Tait, που, όπως είναι αυτονόητο, δεν ήταν δυνατό να αφήσει ασυγκίνητο τον Dick James.

Κι έτσι φτάσαμε στο ντεμπούτο “Rehearsal” (1970), στο οποίο υπάρχει το τραγούδι “Love Has Got Hold of Me”, που αρχικά ήταν προορισμένο για τους Love Affair, αλλά ξέμεινε λόγω αποχώρησης του τραγουδιστή Steve Ellis για σόλο καριέρα. Ο Dick, αφού πήρε τα ηνία ως μάνατζερ, επέμενε από την πρώτη στιγμή να τραγουδά ο Phil, παρά το ότι μέχρι τότε ποτέ δεν είχε τραγουδήσει παίζοντας ταυτόχρονα πιάνο. Λόγω αυτής της ανασφάλειας του Phil, επιστρατεύτηκε στο πιάνο ο Roger Coulam, που, μεταξύ άλλων, παίζει στο υπέροχο “Children of the Last War”. Από τα δεκατρία τραγούδια του δίσκου, τα εννέα προέκυψαν από τη συνεργασία του Phil με τον John Cokell, ενώ η ηχογράφηση έγινε σε τετρακάναλο στο ιδιωτικό demo studio του Dick. Ξεχωρίζουν ακόμα τα “Jeannie”, “Run See the Sun”, “Gone Are the Songs of Yesterday” και το κορυφαίο “One Road”.

Ακολούθησε το “I Think I'll Write a Song” (1971), όπου αφενός ο Phil είχε τελειοποιήσει το διπλό ταμπλό πιάνο - φωνητικά και αφετέρου η μπάντα είχε τεράστια αυτοπεποίθηση λόγω των πολλών συναυλιών της, που ανέδειξαν την κιθαριστική δεινότητα του Latimer, το υπερευαίσθητο και «γεμάτο» μπάσο του Ferguson και τα πολυεπίπεδα ντραμς του Ward. Στη θέση του παραγωγού ήταν ο σαφέστερα προσανατολισμένος στη rock Rodger Bain, κάτι που έγινε άμεσα αντιληπτό από το φερώνυμο τραγούδι και τα Medicine Man”, “Silverwing” και “From Sunrise to Sunset”. Συμμετείχαν ακόμα οι Caleb Quaye και Ian Duck από τη μπάντα των Hookfoot, όπως και ο βιρτουόζος pedal steel κιθαρίστας B.J. Cole. Δυστυχώς όμως μια διαφωνία μεταξύ του Phil και του Rodger οδήγησε τον τελευταίο σε αποχώρηση, με αποτέλεσμα να στερηθεί η μπάντα των πολύτιμων υπηρεσιών του. Από την άλλη, αυτό στάθηκε η αφορμή για να συμβεί κάτι κορυφαίο: να φύγει ο Latimer και να συναντήσει τον Peter Bardens, για να σχηματίσουν τους μοναδικούς Camel.

Το “Songfall” (1972) ακολούθησε τη χρυσή επιτυχία του The DJM Org. με τις πρώτες κυκλοφορίες του Elton John, αλλά είχε και αρνητικές για τον Phil συνέπειες, αφού δε συνεργάστηκε ο Steve Brown, με τον John Cokell να αναλαμβάνει να σηκώσει το βάρος. Με τους Chas Cronk (μπάσο) και Ernie Hayes (κιθάρα) οι rock μέρες έμοιαζαν λίγο απόμακρες, αλλά μια ευχάριστη πολυμορφία ανέκυψε με τη συμμετοχή του Rick Wakeman και των συνεργατών του Elton John Ray Cooper, Roger Pope και Davey Johnstone. Παράλληλα, βρέθηκε χώρος να αποτιθεί μέσω διασκευών φόρος τιμής σε μουσικούς που επηρέασαν τον Phil, όπως στον Buddy Holly (“Everyday”) και τους Everly Brothers (“When Will I Be Loved?”). Όμως, το “Leon” ήταν εκείνο το τραγούδι που έκανε τον Dick να συγκατατεθεί στην κυκλοφορία του δίσκου, όντας για τον ίδιο το καλύτερο τραγούδι του.

Το “Phillip Goodhand-Tait” (1973) ήρθε στο οικονομικό ζενίθ της εταιρείας, με αποτέλεσμα ο δίσκος να ηχογραφηθεί σε εικοσιτετρακάναλο, να υποστηριχθεί με περιοδείες σε Αμερική και Ευρώπη και να αναμιχθεί ο Μίδας των δισκογραφικών εταιρειών Russ Reagan, ο οποίος επέλεξε ως single για τις Η.Π.Α. το “Sugar Train”. Αυτή τη φορά η παραγωγή του Robin Geoffrey Cable ήταν προσανατολισμένη περισσότερο στη δημιουργία ενός singles - άλμπουμ με σαφέστερη 60s αίσθηση, στην οποία συνέβαλαν και ο Roger Taylor στο “Reach Out For Each Other” με τα πολλαπλά πλήκτρα που θύμιζαν Phil Spector, αλλά και το “Forever Kind of Love”, που λοξοκοίταζε το “Everlasting Love” των Love Affair. Ξεχωρίζουν ακόμα τα “Warm Summer Rain” και “Teenage Canteen”, το ηχογραφημένο με μια reggae μπάντα “Emile”, όπως και το “Five Flight Walk Up” που μιλά για την ειρήνη.

Κι έτσι φτάνουμε στο σήμερα και ειδικότερα στο “Gone Are the Songs of Yesterday: The Complete Recordings 1970-1973”, με τα τέσσερα παραπάνω άλμπουμ να κυκλοφορούν για πρώτη φορά σε ψηφιακή μορφή στη Βρετανία, σχολιασμένα από τον ίδιο το δημιουργό τους. Μαζί τους θα βρείτε bonus tracks προερχόμενα από 7” singles, αλλά και τρία τραγούδια από το σάουντρακ της ταινίας “Universal Soldier” (1971). Μέσα από όλα αυτά ξετυλίγεται με πληρότητα η ιστορία του Phillip Goodhand-Tait, τραγούδια του οποίου διασκεύασαν οι Gene Pitney και Roger Daltrey και, εκτός από αυτά, έπαιξε αρμόνιο για τον Chris De Burgh και έκανε την παραγωγή δίσκων των Magnum, Venom, Climax Blues Band και Kid Creole And The Coconuts.

Read 117 times