V/A - Blood on the Cats - Even Bloodier Edition (Anagram Records / 2022)

Saturday, 29 January 2022 10:13
Published in Check Also

Psychobilly, horrorbilly, gothabilly, όπως κι αν το πει κανείς, έχει το punk μέσα του.

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Το “Blood on the Cats” το ακούσαμε το 1983. Το 2022, και ειδικότερα στις 18 Μαρτίου, πρόκειται να ακούσουμε μια ακόμα πιο αιματοβαμμένη και σαφώς εμπλουτισμένη διπλή εκδοχή του.
Τι ήταν όμως το “Blood on the Cats”; Μην ήταν (που έλεγε κι ο ποιητής) η πρώτη συλλογή με «ματωμένα» συγκροτήματα; Μην ήταν δεκατρία τραγούδια εμπνευσμένα από τρομακτικές καταστάσεις και ταινίες επιστημονικής φαντασίας; Μην ήταν μια αντίδραση στους Kajagoogoo, Spandau Ballet και Phil Collins, που τότε συναντούσε κανείς στους Βρετανικούς καταλόγους επιτυχιών; Μην ήταν αυτό που είπε ο P Paul Fenech, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο οι The Meteors; Μην ήταν το «χαίρω πολύ» αυτού που ονομάστηκε psychobilly; Μην ήταν η μουσική που έντυνε αυτό το μυστήριο wrecking dance; Σπεύδω να ομολογήσω ότι ήταν όλα αυτά και αρκετά παραπάνω. Αυτό είναι εύκολο. Λιγάκι πιο δύσκολο όμως, αποδεικνύεται το να πω τι ακριβώς είναι το psychobilly.

Τι λέτε; Να ξεμπερδέψω λέγοντας ότι είναι ακριβώς αυτό που όλοι γνωρίζετε; Μπα, ανέντιμο μου ακούγεται. Λοιπόν, καταρχάς μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι ήταν μια υπερκινητική μίξη μεταξύ rockabilly και punk ή, αλλιώς, μια πλευρά του punk που κλείνει λάγνα το μάτι στο πρωτόλειο rock ‘n’ roll των 50s και των 60s. Και προσέξτε: μιλάμε για ένα «παρακλάδι» του punk, που έκανε ανεκτό, για να μην πω κυριολεκτικά αγαπητό, το rockabilly ακόμα και σε εκείνους που έδειχναν γι’ αυτό περισσότερη δυσανεξία ακόμα κι από ό,τι στη λακτόζη.

Ο λόγος, λοιπόν, για μια μουσική underground αντίδραση στα καθησυχασμένα μουσικά μυαλά της εποχής, που αρχικά πήρε τη μορφή της μέσα από συγκροτήματα που έπαιζαν σε κλαμπ όπως το Strutz της Γλασκόβης, το Leadmill του Sheffield και το Porterhouse του Retford και στη συνέχεια στην πρωτεύουσα, όπως στα The Hope & Anchor, The Pindar of Wakefield και The Gargoyle Club. Αν όμως σας σταματήσει κάποιος στο δρόμο και σας ρωτήσει: «Πού γεννήθηκε το psychobilly», πάρτε περισπούδαστο ύφος, σπάστε και το χαμογελάκι του ξερόλα και πείτε του κοφτά: «Στο Klub Foot, φίλε μου, στο Klub Foot». Δηλαδή, στο ιστορικό μέρος που από το 1982 μέχρι το 1988 έμπλεκαν τις μουσικές τους με χαρακτηριστική άνεση και έμπνευση γκρουπ που έπαιζαν rockabilly, psychedelia, punk, goth και trash. Με άλλα λόγια, στη φωλίτσα του John Curd, που έπαιξαν κατά καιρούς τα περισσότερα συγκροτήματα της συλλογής αυτής.

Το κλασικό “Blood on the Cats” βρήκε μουσική και αισθητική συνέχεια στα εύγλωττα και με σεμνότητα ονομασμένα “Revenge of the Killer Pussies” (1984), “For a Few Pussies More” (1987) και “A Fistful of Pussies” (1987), που εδραίωσαν το psychobilly ως τον πολυσυλλεκτικό αυτό ήχο που περιγράψαμε παραπάνω. Το ίδιο κλασικό είναι και το εξώφυλλο του δίσκου, που σχεδίασε ο Simon Cohen (Sunglasses After Dark, Demented Are Go) και δε θα μπει στο σαλόνι κανενός ζωόφιλου που δεν έχει την απαραίτητη δόση χιούμορ, αποτυπώθηκε σε πάμπολλα δερμάτινα μπουφάν.  

 

Κι έτσι ερχόμαστε στο “Blood on the Cats - Even Bloodier Edition”, το οποίο περιλαμβάνει αυτούσιο το πρωτότυπο άλμπουμ και, φυσικά, τραγούδια από τους μπροστάρηδες του είδους The Meteors, The Sting-Rays και The Guana Batz, τους Αμερικανούς πρωτοπόρους Panther Burns, τους Ιρλανδούς πάνκηδες The Outcasts, τους κορυφαίους του gothabilly -και όχι μόνο- Alien Sex Fiend και τη χαρακτηριστική «περίπτωση» του Screaming Lord Sutch. Μόνο αυτά; Όχι, βέβαια. Είναι εμπλουτισμένο και με τραγούδια και από τις συλλογές της ίδιας εποχής “These Cats Ain’t Nothing But Trash” (1983) και “Rockabilly Psychosis and the Garage Disease” (1984), όπως και με πρώιμες του είδους ηχογραφήσεις από τους Frenzy, Restless και The Krewmen, αλλά και τους King Kurt, που ήταν το μοναδικό Βρετανικό psychobilly γκρουπ που έπαιξε στο Top of the Pops. Παράλληλα, εκπροσωπείται και το neo-rockabilly με τραγούδια των Dave Phillips and the Hot Rod Gang, αλλά και των Σουηδών The Nomads και The Voodoo Dolls, όπως και των Γερμανών The Raymen.

Ανάμεσα στις σπάνιες ηχογραφήσεις, θα βρείτε το “Monster Stomp” των Grant and the Geezers από την Αριζόνα, το “Split Personality” των The Voodoo Dolls και το B-side του ντεμπούτου single των The Krewmen “Death Letter Blues”. Και για να μη χαλαρώνουμε, υπάρχουν συνολικά σαράντα πέντε περιφερειακές του είδους ή επηρεασμένες από αυτό συνθέσεις, με εξέχουσες αυτές των The Cramps και των The Gun Club, The Screaming Blue Messiahs, Brilliant Corners, μαζί με εκείνες των The Milkshakes και The Prisoners and the Tall Boys.

Κι επειδή καμία δισκογραφική πρόταση δεν είναι πλήρης χωρίς να ειπωθούν κάποιες χαρακτηριστικές στιγμές, δε μπορώ να μην κάνω ιδιαίτερη μνεία στο φοβερό και τρομερό “Public Enemy Number One” των The Sid Presley Experience, που λίγο αργότερα μετονομάστηκαν σε The Godfathers, όπως και στο “She Lied” των Naz Nomad and the Nightmares, που έφερναν πολύ στους The Damned. Το “Wolfman Howl” των The Vibrators αντικατοπτρίζει το διάλειμμα που έκαναν πριν επανακάμψουν στο punk rock, το “Vampire Bat” των Ιρλανδών The Golden Horde ξεχωρίζει για το psychedelic groove του, όπως, άλλωστε, και το “Revenge of the Cybermen” των The Prisoners, παρά τα εμφανή mod revival στοιχεία του.

Η θρυλική παρέα του Rudi Protrudi, οι The Fuzztones, εκπροσωπούνται με το πολύ καλό “Ward 81” από το “Lysergic Emanations”, οι The Nomads με το “Psycho” αποδεικνύουν ότι το garage punk μπορεί να περπατήσει χεράκι - χεράκι με το R&B, ενώ οι Alien Sex Fiend με το “Wild Women” μας γυρίζουν πίσω στις glam επιρροές τους, σα να παίζουν σε ένα live στο Batcave. Τέλος, οι The Escalators στο “The Day the Sun Burned Down” δεν είναι άλλοι από τους The Meteors, που εδώ δείχνουν την αξία τους με το “Graveyard Stomp”.

Read 83 times