ELMER GANTRY’S VELVET OPERA - Long Nights of Summer: The Elmer Gantry’s Velvet Opera Anthology (Grapefruit / 2022)

Wednesday, 06 July 2022 11:56
Published in Check Also

Οι «Φλόγες» παραμένουν άσβεστες

Αναζοπυρώνει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Δεν είναι λίγες οι φορές που κάθομαι -με πολλή ευχαρίστηση, το ομολογώ- να γράψω για κυκλοφορίες που είδαν για πρώτη φορά το φως πριν… μισό αιώνα! Τρομακτικό, δε συμφωνείτε; Σωστά, αλλά ταυτόχρονα και υπέροχο. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνεις πόσο αβίαστα εντάσσεται η μουσική τους στο σήμερα. Αυτή είναι η μαγεία της ηλεκτρικής μουσικής, που πλέον έχει πείσει όλους τους καλόπιστους ακροατές για τη διαχρονικότητα και την υπεροχή της. Έτσι ένιωσα για μια ακόμα φορά, με αφορμή την κυκλοφορία των απάντων της αρτίστικης και ψυχεδελικής μπάντας των Elmer Gantry’s Velvet Opera, μέσω του τριπλού “Long Nights of Summer: The Elmer Gantry’s Velvet Opera Anthology”, που μας έρχεται με αίσθημα κυριαρχίας στα μέσα του καλοκαιριού.

Κυρίες και κύριοι, σπεύδω και σας προλαβαίνω: ναι, είναι αλήθεια ότι κάτω από το μανδύα της ψυχεδέλειας έχουν «κρυφτεί» κάμποσες ατέλειες, κατά καιρούς ίσως και επιτηδευμένες μουσικές, που διαφορετικά ίσως και να μη μπορούσαν να ακουστούν. Καλά όμως γνωρίζετε ότι μέσα από το βήμα αυτό μόνο εκλεκτικές περιπτώσεις παρουσιάζονται. Μπάντες ασυμβίβαστες με κάθε mainstream έννοια και έτοιμες να αποδεχτούν τις συνέπειες μιας δημιουργικής εσωτερικότητας, που συχνά οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε πρόωρο τέλος.   

Οι Elmer Gantry’s Velvet Opera ξεχώριζαν πρώτα απ’ όλα για το αναμφισβήτητο στυλ τους. Πώς αλλιώς, όταν μιλάμε για μια εποχή που η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα τρίλεπτα art pop και ψυχεδελικά τραγούδια ήταν λεπτότερη παρά ποτέ και πλήρως αντιληπτή μόνο σε… προπαιδευμένα ώτα! Η κλασική σύνθεσή τους αποτελούνταν από τον τραγουδιστή Elmer Gantry (aka Dave Terry), τον κιθαρίστα Colin Forster, το μπασίστα John Ford και το ντράμερ Richard Hudson. Η ιστορία είχε ουσιαστικά ξεκινήσει το 1963 στο Islington του Λονδίνου, με τον Forster και το μπασίστα John Treais, που σχημάτισαν τη μπάντα των The Five Proud Walkers, που σύντομα μετέβαλαν το ρετρό χαρακτήρα τους, υιοθετώντας τη νέα R&B τάση που εκφραζόταν από τους The Dave Clark Five και τους The Kinks.

Είχε έρθει ο Μάιος του 1965, όταν προστέθηκε στις τάξεις των The Five Proud Walkers ο κιμπορντίστας και φλαουτίστας Jimmy Horowitz (aka Jimmy Horrocks), που έφερε τις αγαπητές στους mods jazz και soul επιρροές του. Τέσσερις μήνες αργότερα ήρθε ο ντράμερ και τραγουδιστής Richard ‘Hud’ Hudson από τους αντίζηλους The Four Gonks. Ο Terry όμως, επηρεασμένος από τους The Rolling Stones και τον κιθαρίστα φίλο του Tony Noble ψαχνόταν σε διάφορα επίπεδα, παίζοντας ως ντουέτο με τον Simon Lawrence (Blonde On Blonde) και τους The Southbeats, Downliners Sect, Arthur Brown Union, μέχρι που φτάσαμε στο 1966, όταν αποφάσισε να αποχαιρετήσει τους The Five Proud Walkers για να παντρευτεί! Έτσι μπήκε στο κάδρο ο, γνωστός από το Wood Green Jazz Club, Αμερικανός (cool, baby) Elmer Gantry, που έδωσε νέα επαγγελματική πνοή στη μπάντα. Το πάρε - δώσε συνεχίστηκε με την αποχώρηση του John Treais και την άφιξη του κολλημένου με τους The Beatles John Ford (Jaymes Fenda and The Vulcans). Οι ζωντανές εμφανίσεις είχαν ενταθεί, όπως και το ενδιαφέρον του BBC, με χαρακτηριστικότερη αυτή στο London School of Economics πλάι στους John Mayall’s Bluesbreakers, Champion Jack και Savoy Brown Blues Band.

Το Μάρτιο του 1967 συνέβη το κομβικό live στο Eel Pie Island, όπου έπαιξαν ως support μιας νέας μπάντας που επρόκειτο να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο single της με τίτλο “Arnold Layne” και… καλημέρα ψυχεδέλεια! Μίλησε κανείς για mod-soul; Το… τετρακάναλο υπόγειο στούντιο πήρε φωτιά με τα πρωτόλεια demos των “Flames” και “Salisbury Plain”, που βγήκαν τόσο πειραματικά, που «έδιωξαν» τον  Horrocks και άφησαν τη μπάντα κουαρτέτο, το οποίο ξαναγεννήθηκε την άνοιξη του 1967 ως Elmer Gantry’s Velvet Opera. Φυσικά, δε σταμάτησαν να «πειράζουν» και τραγούδια άλλων, όπως των Everly Brothers, Buffalo Springfield, αλλά και το λατρεμένο “Something Else” του Eddie Cochran, του οποίου τη δόξα ζήλεψαν και οι The Who, The Move και οι The Sex Pistols (“She's sure fine lookin' man / she's something else”). Και, φυσικά, δε συνέβαινε μόνο να διασκευάζουν μόνο αυτοί τραγούδια άλλων, αλλά και το αντίθετο, όπως συνέβη με το “Flames” και τους Led Zeppelin. Το βάρος όμως πλέον έπεφτε στα δικά τους τραγούδια, που είχαν ψυχεδελική αύρα στηριγμένη σε γερά mod και R&B θεμέλια.

Σταδιακά, μεταξύ άλλων, ακολούθησαν τα “Dream Starts”, “Mother Writes” και “Reactions of a Young Man”, που περιγράφει την προσπάθεια ενός μαθητή να τελειώσει τη σχέση του με μια παντρεμένη! Μέχρι τότε δεν υπήρχε καμία σκέψη για να κυκλοφορήσουν άλμπουμ, αλλά η επιτυχία του θρυλικού “The Rock Machine Turns You On” τους έβαλε σοβαρά σε σκέψεις, αν και η rhythm section των Hudson και Ford ήταν παράλληλα πολύ απασχολημένη με τις πολλές γύρω από τον John Carter μπάντες. Μια ατυχής στιγμή ήταν η άποψη του BBC να θεωρήσει -και γι’ αυτό να απαγορεύσει- το “Dreamy” ως μια ωδή στη μαριχουάνα, ενώ ήταν γραμμένο για την Deborah, την ενάμισυ έτους κόρη του Elmer! Στο μεταξύ είχε φτάσει η ώρα για το φερώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο δε γνώρισε εμπορική επιτυχία, παρά τη δυναμική του “Flames” και τις καλές κριτικές στα Melody Maker και Billboard.

Τρεις μήνες πριν την κυκλοφορία του ο Forster είχε φύγει για τους Tintern Abbey, με τον παλιόφιλο Paul Brett να τον αντικαθιστά μήνες αργότερα. Τα πράγματα δεν άλλαξαν καθόλου, με τις ζωντανές εμφανίσεις να συνεχίζονται αμείωτες και τα μέλη να εξακολουθούν να παίζουν session σε διάφορες μπάντες. Ο Brett όμως δεν αποδείχτηκε τόσο αρεστός στους άλλους, αν και καλός κιθαρίστας, λόγω της εμμονής του με τη folk. Η εταιρεία πίεζε για επιτυχίες, αλλά το “Volcano” που ήρθε τον Ιανουάριο του 1969 δεν εξερράγη σύμφωνα με τις προσδοκίες. Αμέσως μετά, ο Elmer έφτασε στα όριά του με τον Brett και άφησε το συγκρότημα, που έφερε στη θέση του τον κιθαρίστα, τραγουδιστή και κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο Johnny Joyce (The Levee Breakers), κρατώντας αρχικά την ονομασία του, παρά το ότι ήταν κοινό τοις πάσι ποιος κρυβόταν πίσω από το ψευδώνυμο Elmer Gantry. Γι’ αυτό και σύντομα έκανε τις αναγκαίες περικοπές για να βγει το Velvet Opera.

Πλέον, οι folk και blues επιρροές του ήχου έμοιαζαν κυρίαρχες, κάτι που δεν τρέλαινε τους ανθρώπους της Southern Music Records, με τον Barry Kingston να απαιτεί, μάταια, την επιστροφή του Dave Terry! Παρ’ όλα αυτά, τους στήριξε όχι μόνο στην κυκλοφορία του νέου single “Anna Dance Square / Don’t You Realise”, αλλά και του νέου άλμπουμ, που κυκλοφόρησε από τη CBS το Σεπτέμβριο του 1969 με τον τίτλο “Ride a Hustler's Dream”, μέσα από το οποίο ξεχώρισαν επίσης τα “Money By”, “Statesboro Blues”, “Black Jack Davy”, το ‘Raga’ που κυρίως λόγω του σιτάρ θύμιζε τις ψυχεδελικές μέρες του Elmer, όπως και η διασκευή του “Eleanor Rigby”. Κι αυτή τη φορά οι κριτικοί υποδέχτηκαν θερμά το δίσκο, ενώ οι Velvet Opera συνέχιζαν να εμφανίζονται ζωντανά και οι Joyce και Brett να κάνουν παράλληλη καριέρα ως ντουέτο. Η πολυδιάσπαση εντάθηκε, η μπάντα αδράνησε και επανασυστάθηκε, χωρίς όμως να πετύχει κάτι το ιδιαίτερο, μέχρι τις αρχές του 1970 που διαλύθηκε, επειδή οι Hudson και Ford εντάχθηκαν στους Strawbs,  

Με το τριπλό “Long Nights of Summer: The Elmer Gantry’s Velvet Opera Anthology” παρουσιάζεται ολόκληρη η βραχύβια καριέρα του συγκροτήματος, με τα δύο στούντιο άλμπουμ του, μία US promo-only mono mix του ντεμπούτου, πολλές εναλλακτικές ηχογραφήσεις, non-LP singles και αρκετά BBC radio sessions. Ο Richard Hudson, ύστερα από πολλά χρόνια, δήλωσε ότι, η πορεία τους θα ήταν εξαιρετική, εάν παρέμενε η αρχική σύνθεση, μιας και το ταλέντο και η έμπνευση περίσσευαν. Και ξέρετε κάτι; Δεν έχει καθόλου άδικο…   

Read 54 times