IRON BUTTERFLY - Unconscious Power, An Anthology 1967-1971 (Esoteric Recordings/2020)

Thursday, 15 October 2020 09:42
Published in When Hard Gets Heavy

Κάποτε είχαν ως support τους Led Zeppelin και τους Yes και περιόδευαν μαζί με τους The Doors και Jefferson Airplane. Μάλλον μπορούμε να υποθέσουμε όλοι το γιατί.

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Η συντριπτική πλειοψηφία τους γνώρισε «Στον Κήπο της Εδέμ», αλλά νομίζω πως υπάρχουν ακόμα αρκετοί που δεν πήγαν παρακάτω. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει καλύτερη ευκαιρία από το να αφήσετε το “Unconscious Power, An Anthology 1967-1971” να σας ξεναγήσει στα υπόλοιπα. Κι αν ακόμα αναρωτιέστε πότε ήταν τόσο πυκνοκατοικημένος ο Κήπος της Εδέμ για να τους μάθουν τόσοι πολλοί, ίσως σας διαφεύγει το ότι ο τίτλος του μυθικού τραγουδιού “In-A-Gadda-Da-Vida” αποτελεί μια λεκτική παραφθορά της φράσης “in the garden of Eden”. Αλλά, αφήστε την ιστορία αυτή  για παρακάτω. Τι λέτε, μπορούμε τώρα να προχωρήσουμε στις συστάσεις ή να ξυπνήσουμε τις αναμνήσεις;

Με δυο λόγια, οι Iron Butterfly έδωσαν με το «καλημέρα» στους φίλους της μεσουρανούσας ψυχεδελικής μουσικής ό,τι ποθούσαν: τον Ιανουάριο του 1968 ένα στιβαρό και αληθινά κορυφαίο ντεμπούτο με τίτλο “Heavy”, που μπορούσε με άνεση να εκφραστεί μέσα από κάπως σκληρότερες ηχητικές διαδρομές που στη συνέχεια διαρκώς αυξάνονταν και κορυφώθηκαν στο “Metamorphosis”, ενώ τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς το κλασικό και χιλιοακουσμένο “In-A-Gadda-Da-Vida”, που έγινε τέσσερις φορές πλατινένιο μόνο στις Η.Π.Α., πουλώντας άμεσα εκατομμύρια αντίτυπα, τα οποία μέχρι το 1993 είχαν φτάσει τα είκοσι πέντε! Μάλιστα, με το φερώνυμο τραγούδι του άλλαξε η νοοτροπία πολλών ραδιοφωνικών παραγωγών, οι οποίοι πλέον δε δίσταζαν να «παίζουν» μεγάλες χρονικά συνθέσεις. Η «βραχνή» κιθάρα, τα κυριαρχικά ντραμς και ο καταιγισμός των πλήκτρων έδωσαν μια ιδιαίτερη δυναμική στον ήχο του κουιντέτου από το San Diego της ψυχεδελομάννας California, που είχε κάποια κοινά στοιχεία με εκείνους των Cream και Vanilla Fudge.

Η ιστορία, λοιπόν, του άμεσα αναγνωρίσιμου αυτού psychedelic, acid και hard rock γκρουπ, που δε δίσταζε να αναμείξει στον ήχο του καταβολές από την κλασική μουσική, την pop και τα blues, θα ξετυλιχτεί μπροστά σας στις 27 Νοεμβρίου με το εφταπλό και τιτλοφορημένο από το υπέροχο φερώνυμο τραγούδι boxed set “Unconscious Power, An Anthology 1967-1971”. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτό υπάρχουν ογδόντα επτά τραγούδια, συμπεριλαμβανομένων, πέρα από αυτά που ήδη αναφέραμε, των άλμπουμ “Ball”, “Live” και “Metamorphosis”, δηλαδή του συνόλου των ηχογραφήσεών τους στην αρχική χρυσή εποχή, πριν διαλυθούν, γράφοντας τον επίλογο με το single “Silly Sally” τον Απρίλιο του 1971. Εκτός από αυτά, θα βρείτε είκοσι πέντε bonus tracks, δεκαοκτώ από τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά ψηφιακά, όλα τα singles και B-sides, αρκετά mono mixes, αλλά και δύο δίσκους με ζωντανές ηχογραφήσεις της 26ης και 27ης Απριλίου του 1968από το Fillmore East της Νέας Υόρκης. Φυσικά, στα τραγούδια έχει γίνει remastering από τα original tapes της Atco (Atlantic Records), ενώ η κυκλοφορία συνοδεύεται από βιβλιαράκι με εκτενείς σημειώσεις και πόστερ της μπάντας.

Οι Iron Butterfly σχηματίστηκαν το 1966 με αρχικό line-up τους Doug Ingle (φωνητικά, όργανο), Danny Weis (κιθάρα), Greg Willis (μπάσο), Jack Pinney (ντραμς) και Darryl DeLoach (φωνητικά), ενώ πολύ σύντομα οι Willis και Pinney αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα από τους Jerry Penrod και Ron Bushy. Ο τελευταίος, μάλιστα, που ήταν το μόνο σταθερό μέλος σε όλα τα στούντιο άλμπουμ της μπάντας, δήλωσε σε συνέντευξή του ότι ποτέ δεν είχε θεωρήσει τους Iron Butterfly ως heavy metal, αλλά μια μπάντα που ήθελε και είχε ένα ιδιαίτερο ηχητικό μανιφέστο, όσο κι αν, ομολογουμένως, η psych rock σκηνή του San Diego κυριαρχούσε στις απαρχές του ήχου τους. Έχοντας όμως ενσωματώσει τους καλύτερους μουσικούς από τις αξιόλογες τοπικές μπάντες Voxmen και Palace Pages και με συχνές εμφανίσεις στα ένδοξα club του LA Whisky a Go Go, ανοίγοντας για τους The Doors, The Byrds και Love, αλλά και στο κλασικό Galaxy, όπου τους είδαν οι μάνατζερ Charles Green και Brian Stone, και έχοντας αποκτήσει αρκετούς φανατικούς φίλους, το συμβόλαιο στην Atco της Atlantic Records δεν ξάφνιασε κανέναν.

Κι έτσι ήρθε το ντεμπούτο “Heavy”, που παρά λίγο να ματαιωθεί λόγω μαζικής αποχώρησης των Jerry Penrod, Danny Weis και Darryl DeLoach, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των τελικών sessions για την ηχογράφησή του. Τότε οι εναπομείναντες Ingle και Bushy έφεραν το δεκαεπτάχρονο κιθαρίστα Erik Brann και το μπασίστα Lee Dorman, με αποτέλεσμα το ντεμπούτο να κυκλοφορήσει τόσο μονοφωνικά, όσο και στερεοφωνικά, με τις δύο αυτές εκδοχές του να συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο δίσκο του “Unconscious Power, An Anthology 1967-1971”, μαζί με τα κυκλοφορημένα κατά περίεργη φάση στην Ευρώπη το 1967 “Don’t Look Down on Me” και “Possession”. Πρώτο single από το άλμπουμ ήταν το “Unconscious Power”, το οποίο ο Bushy έγραψε μια νύχτα μετά από συναυλία τους στο Fillmore West, εμπνευσμένος από τους hippies που χρωμάτιζαν τα πρόσωπά τους. Όλα τα τραγούδια κινούνται στο ίδιο υψηλό επίπεδο, με το “Fields of Sun” να βρίσκεται μια ανάσα μπροστά. Αυτό όμως που ήταν μία κατηγορία από μόνο του ήταν η ορχηστρική σονάτα σε τρεις πράξεις του “Iron Butterfly Theme”, που αφορούσε τα τρία στάδια εξέλιξης των λεπιδόπτερων και περιλάμβανε στο τέλος την ηχογραφημένη με σήματα Μορς φράση “We love you”.  

Σε τέσσερις μόλις μήνες κυκλοφόρησε το “In-A-Gadda-Da-Vida”, που περιλαμβάνεται στο δεύτερο δίσκο του boxed set και εκτίναξε τη φήμη της μπάντας στον ουρανό. Το acid rock είχε την τιμητική του, αποτυπώνοντας και τις εμπειρίες της μπάντας από τις περιοδείες με τους The Doors και Jefferson Airplane. Η αινιγματική αυτή φράση που είχε ως τίτλο, έχει την ακόλουθη εξήγηση: ένα βράδυ μετά από μια συναυλία στο Galaxy, ο Bushy έφτιαχνε πίτσα για να φάνε, ενώ ο Ingle είχε ήδη μεθύσει πίνοντας κρασί Red Mountain, μουρμουρίζοντας μια country μπαλάντα που είχε μόλις σκεφτεί. Τότε ο Bushy, για να μη χαθεί η ιδέα, κράτησε πρόχειρες σημειώσεις με τις νότες πάνω σε μια χαρτοπετσέτα. Ο Ingle του είπε πως ήθελε το τραγούδι να έχει τίτλο “In the Garden of Eden”, μόνο που πάνω στο μεθύσι του δε μπορούσε να το πει καλά, κι έτσι ο Bushy άκουσε “In-A-Gadda-Da-Vida”! Έτσι γεννήθηκε το τραγούδι - σύμβολο της free-love εποχής, που με τα 17:05’ λεπτά του κατέλαβε ολόκληρη τη δεύτερη πλευρά του φερώνυμου δίσκου. Κι επειδή η εταιρεία το ήθελε και κάπως συντομότερο, βγήκε και στην εκδοχή των 2:52’ λεπτών, που έφτασε στο # 30 του U.S. singles charts και επίσης περιλαμβάνεται στο δεύτερο δίσκο της συλλογής, μαζί με τη single version του “Iron Butterfly Theme”. Όπως ομολόγησε στις 18 Ιανουαρίου του 1971 ο ίδιος ο Ringo Starr στον Bushy, μετά τη συναυλία των Iron Butterfly στο Royal Albert Hall που είχε πάει να δει μαζί με τον Paul McCartney, «έκλεψε» ένα μέρος από το εμπνευσμένο από τους Jefferson Airplane επικό σόλο ντραμς του Bushy στη μεγάλης διάρκειας εκτέλεση του τραγουδιού.   

Τον Ιανουάριο του 1969 κυκλοφόρησε το “Ball”, που έγινε άμεσα χρυσό πουλώντας πεντακόσιες χιλιάδες αντίτυπα και έφτασε στο # 3 στις Η.Π.Α. με προπομπούς τα singles “Soul Experience” και “In the Time of Our Lives”. Ήταν ελαφρώς πιο πειραματικό και πιο μελωδικό από τα προηγούμενα, με το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ “Belda-Beast” να αποτελεί ταυτόχρονα το κύκνειο άσμα του Erik Brann, που άφησε τη μπάντα το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, για να αντικατασταθεί από τους κιθαρίστες Mike Pinera και Larry Reinhardt.

Μερικά στιγμιότυπα από τις εκτενείς ζωντανές εμφανίσεις του γκρουπ βρίσκουμε σε τρεις δίσκους της συλλογής, το “Live”, που ηχογραφήθηκε στα San Diego και St. Louis το Μάϊο του 1969 και κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα και τα “Live at the Fillmore East, New York 26th April 1968” και “Live at the Fillmore East, New York 27th April 1968”, που συναντήσαμε για πρώτη φορά το 2011 στις κυκλοφορίες της Rhino.

Το “Metamorphosis” βγήκε τον Αύγουστο του 1970 και σήμανε τη μεγαλύτερη ως τότε μεταστροφή της μπάντας προς το σκληρό ήχο. Σημείο αναφοράς του είναι το διάρκειας δεκατριών λεπτών “Butterfly Bleu”, που ήταν ένα από τα πρώτα τραγούδια που χρησιμοποιήθηκε “talk box” σε κιθαριστικό σόλο. Το “Soldier in Our Town” είναι μια λυρική ακουστική στιγμή για την αγάπη μέσα στον πόλεμο, ενώ ξεχωρίζει και το “Slower Than Guns” που θυμίζει τις πρώτες μέρες με τη χρήση του σιτάρ. Η παραγωγή του Richard Podolor (Three Dog Night, Steppenwolf), δείχνει τη σκληρή προϊστορία της κυρίως στο “Best Years of Our Life” που φέρνει στο νου τους Allmans, το “Stone Believer” και το “Easy Rider (Let the Wind Pay the Way)”, το οποίο ήταν η τελευταία παρουσία της μπάντας στους καταλόγους επιτυχιών. 

Στο μεταξύ οι διαφωνίες μεταξύ των μελών είχαν πολλαπλασιαστεί, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του Ingle, αμέσως μετά την περιοδεία με τους Yes, με αποτέλεσμα η μπάντα να διαλυθεί. Η επανένωση που ήρθε αργότερα έφερε δύο άλμπουμ το 1975, τα “Scorching Beauty” και το “Sun and Steel”, που έμελλε να είναι και το τελευταίο τους.


Read 116 times