STEPPENWOLF - Magic Carpet Ride: The Dunhill / ABC Years 1967-1971 (Esoteric Recordings / 2021)

Tuesday, 21 September 2021 06:47
Published in When Hard Gets Heavy

“Get your motor runnin' / Head out on the highway…”. Αυτό το ταξίδι δε θα τελειώσει ποτέ.

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Μάλλον έχει περάσει κατά πολύ ο καιρός που διαβάζατε παραμύθια. Υπάρχει όμως ένα που απευθύνεται σε μεγαλύτερους, όπως εσείς, κι ας μιλά για Σπουργίτια που μεταμορφώθηκαν σε Λύκους της Στέπας. Το παραμύθι αυτό, που είναι παλιό και ξαναγραμμένο κάμποσες φορές, με τελευταία αυτή που θα φτάσει στα χέρια σας στις 29 Οκτωβρίου, έχει πολλή και εξαιρετική μουσική. Είναι μπολιασμένο με αυθεντικά blues και τόσο μαγκιόρικο hard rock, που καθόρισε τη μετέπειτα “heavy metal thunder” πορεία της σκληρής μουσικής.  Αλήθεια, τι άλλο μπορεί να ζητήσει κανείς; Λοιπόν, κόκκινη κλωστή δεμένη…

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στο 1964, φτιάχτηκε στην Oshawa του Ontario μια επηρεασμένη από το British beat μπάντα που λεγόταν Jack London and The Sparrows και γνώρισε άμεσα μεγάλη επιτυχία στον Καναδά με το single “If You Don’t Want My Love”. Σε αυτήν μετείχαν ο μπασίστας Nick St. Nicholas και ο ντράμερ Jerry Edmonton. Δεν είχε περάσει καλά - καλά ένας χρόνος, όταν ο London τα μάζεψε κι έφυγε, με τους λοιπούς, μετά την προσθήκη του κιθαρίστα John Kay και του κιμπορντίστα Goldy McJohn, να μετονομάζονται σε The Sparrows και να στρέφονται στο Αμερικανικό blues rock. Την επόμενη χρονιά, ύστερα από πολλές εμφανίσεις στη Νέα Υόρκη ως Sparrow, υπέγραψαν προσωρινά στην Columbia Records και εγκαταστάθηκαν στη φιλική προς τις ουσίες και την ψυχεδέλεια δυτική ακτή. Στις αρχές του 1967 οι Sparrow έπαιζαν με τους The Doors και τους επίσης φοβερούς και τρομερούς The Steve Miller Band, αλλά μετά την αποχώρηση του κιθαρίστα Dennis Edmonton και την αντικατάστασή του από τον έφηβο Michael Monarch, η μπάντα διαλύθηκε. Ο Edmonton όμως δεν έφυγε οριστικά από τη ζωή των φίλων του μουσικών, αφού έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη συνέχεια με το ψευδώνυμο Mars Bonfire.

Ο «από μηχανής θεός» στην ιστορία μας ονομάζεται Gabriel Mekler και είναι παραγωγός στην ABC Dunhill Records. Οι δρόμοι του διασταυρώθηκαν με εκείνους του Kay, όταν μετακόμισε στο διαμέρισμα της συζύγου του Jutta, η οποία έμενε ακριβώς δίπλα από τον Kay. Ανάμεσα σε κάποιες μπύρες, η συζήτηση πήγε και στη μουσική, τα demos άλλαξαν χέρια και ο Mekler άναψε πράσινο φως για να ξαναζωντανέψει το όνειρο υπό την προϋπόθεση ότι θα υιοθετούσαν το όνομα Steppenwolf, προφανώς επηρεασμένος από τη νουβέλα του Hermann Hesse. Ο Kay αποδείχτηκε γρήγορος στο να λειάνει τις γωνίες και να ξαναφέρει μαζί την τελευταία σύνθεση των Sparrow, δηλαδή τους Goldy McJohn, Michael Monarch, Rushton Moreve και Jerry Edmonton, αφού ο Nick St Nicholas ζούσε μέρες επιτυχίας με τους T.I.M.E. Όσο όμως εύκολα υπέγραψαν συμβόλαιο με την εταιρεία, τόσο δύσκολο αποδείχτηκε να ηχογραφήσουν τα τραγούδια του φερώνυμου ντεμπούτου στα περίοπτα Union Western Studios. Τα πράγματα έφτιαξαν όταν μεταφέρθηκαν στα American Recording Studios, που πριν λειτουργούσαν ως κινέζικο εστιατόριο, με μηχανικούς ήχου τους Bill Cooper και Richie Podolor. Τρεις μέρες αποδείχτηκαν αρκετές για να ηχογραφηθεί ο δίσκος, όπως και τα 9000 $ για να καλυφθούν όλα τα έξοδα. Κι αν ως παραγωγός φαίνεται ο Mekler, ο Cooper δε διστάζει να τον «δώσει» στεγνά, αποκαλύπτοντας ότι συχνά κατά τις ηχογραφήσεις κοιμόταν στον καναπέ!

Οι προσωπικότητες των Kay και Edmonton, που είχαν ξεχωρίσει από την αρχή ως ηγετικές της μπάντας, ήταν πολύ ανοικτές σε καινοτομίες. Μία από αυτές είχε να κάνει και με την αυξημένη χρήση του echo effect, που σύμφωνα με τον Podolor, έκανε το μυθικό “The Pusher” του Hoyt Axton να αποκτήσει τέτοια βαρύτητα. Από την αρχή αγαπημένο του Kay, διασκευάστηκε τόσο από τους The Sparrows, όσο και από τους Steppenwolf σε μια πολύ επιθετικότερη εκδοχή. Το μεγάλο μπαμ του ντεμπούτου που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1968 ήρθε με το πιο-κλασικό-δε-γίνεται και γραμμένο από τον Mars Bonfire jazz, folk, blues “Born to Be Wild”, που ήταν το τρίτο τους single και εκείνο που εισήγαγε τον όρο “heavy metal”, αν και δεν αναφερόταν στις κιθάρες, αλλά στις εξατμίσεις των μοτοσικλετών. Μάλιστα, ο Kay δε συντηρεί αυτόν το μύθο, αποδεχόμενος ότι οι Led Zeppelin μπορούν να θεωρηθούν ως οι πρωτοπόροι του heavy metal, αφού οι Steppenwolf υπήρξαν μια καθαρόαιμη hard rock blues μπάντα. Αξιοσημείωτο είναι το ότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας εμπιστεύονταν το “Born to Be Wild” τόσο πολύ, που ήθελαν να κυκλοφορήσει ως B side! Φυσικά, κανείς δεν πρέπει να παραγνωρίσει το ότι οι μυθικές διαστάσεις των δύο παραπάνω τραγουδιών αποκτήθηκαν και χάρις στην επιδραστική ταινία Easy Rider (1969) με τους Peter Fonda και Dennis Hopper, στο σάουντρακ της οποίας μετείχαν επίσης οι Jimi Hendrix, The Byrds και The Band. Αυτή ήταν η αρχή μιας τρομερής σχέσης μεταξύ της μπάντας και των φανατικών φίλων της, γνωστών και ως Wolfpack.

Στο ίδιο στούντιο ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 1968 και το επόμενο άλμπουμ, μόνο που αυτή τη φορά η μπάντα βρισκόταν κάτω από πίεση χρόνου. Αφήστε δε που οι εκτενείς περιοδείες για την υποστήριξη του ντεμπούτου, είχαν αφήσει ελάχιστο χρόνο για σύνθεση νέων τραγουδιών. Κι έτσι, ήρθε ως φυσικό αποτέλεσμα το “The Second” να μην έχει τη συνοχή του φερώνυμου. Εδώ, για πρώτη φορά ο Edmonton δοκίμασε την τύχη του στα φωνητικά με το “Faster Than the Speed of Light”, αλλά το καλύτερο τραγούδι ήταν το επίσης κλασικό και μοναδικό single του δίσκου “Magic Carpet Ride”, που «γεννήθηκε» από το υπερσύγχρονο για την εποχή stereo system του Kay, το οποίο είχε αγοράσει με τα πρώτα τσεκ από τις πωλήσεις του ντεμπούτου. Ήδη ο Moreve είχε αποστασιοποιηθεί, με αποκορύφωμα τη μη προσέλευσή του σε ένα live, με αποτέλεσμα η μπάντα να αναζητήσει επειγόντως μπασίστα, που δεν ήταν άλλος από τον παλιόφιλο Nick St. Nicholas.  

Ύστερα από αυτά, παρά την επιτυχία των δύο πρώτων άλμπουμ, ο Kay είχε αποφασίσει να συνεχίσει σόλο. Άλλαξε όμως γνώμη όταν άκουσε τα “Jupiter’s Child”, “Never Too Late” και “Rock Me”, με αποτέλεσμα να μετέχει κανονικά στο “At Your Birthday Party”, που κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1969 και τα πήγε επίσης εξαιρετικά. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς είδε το φως το πρώτο live άλμπουμ με τον… παραπλανητικό τίτλο “Early Steppenwolf”, μιας και ανάγεται σε ηχογραφήσεις από δύο εμφανίσεις του 1967 στο The Matrix Club του San Francisco, μόνο που τότε το συγκρότημα λεγόταν Sparrow. Χαρακτηριστική είναι η διευρυμένη εκτέλεση του “The Pusher”, με τον Mars Bonfire στην κιθάρα. Τον επόμενο μήνα οι Steppenwolf πήραν την πιο λανθασμένη απόφαση της ζωής τους: απέρριψαν τη συμμετοχή τους στο Woodstock, προκρίνοντας αυτές στο Newport ‘69 Pop Festival και το Miami Pop Festival, αν και ποτέ δεν παραδέχτηκαν ότι έσφαλαν.

Πλέον, είχε έρθει η σειρά του Monarch να αποχωρήσει και του Larry Byrom (T.I.M.E.) να τον αντικαταστήσει. Το “Monster” που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1969 ήταν πολιτικοποιημένο και σαφώς επηρεασμένο από τα δραματικά γεγονότα της εποχής, όπως τις δολοφονίες των Martin Luther King και Robert Kennedy και τους πυροβολισμούς στο Kent State, που τραγουδήθηκαν στο “Ohio” από τους Crosby, Stills Nash and Young. Ο δίσκος τα πήγε καλά, αν και όχι τόσο καλά όσο οι προηγούμενοι. Ξανά, λοιπόν, στα σίγουρα τον Απρίλιο του 1970 με το διπλό “Steppenwolf Live”, που περιέχει ζωντανές ηχογραφήσεις από το Santa Monica Civic Auditorium και τις στούντιο “Corina, Corina” και “Twisted”, που απαιτήθηκαν για να συμπληρωθεί υλικό για διπλό άλμπουμ. Μετά από αυτό έγινε η αποχώρηση του St. Nicholas, που στο πέρασμα των ετών ερμηνεύτηκε ποικιλοτρόπως, για να αντικατασταθεί από τον George Biondo. Η εκδοχή του Kay είναι αφενός πως ο Nick επέμενε να φορά καφτάνια, τα οποία έμοιαζαν πολύ με φορέματα και αφετέρου η εμφάνισή του το 1970 στο θρυλικό Fillmore East, όπου βγήκε στη σκηνή φορώντας μόνο αυτιά λαγού και jock strap, παίζοντας μάλιστα το μπάσο εκτός ρυθμού. Το αδύνατο σημείο όμως της εκδοχής αυτής είναι το ότι οι Steppenwolf δεν έπαιξαν τον Απρίλιο του 1970 στο Fillmore East, αλλά το Μάρτιο του 1969, μαζί με τους Julie Driscoll Brian Auger & The Trinity και John Hammond, οπότε, αν όντως έλαβε χώρα η παραπάνω εμφάνισή του, αυτή είχε γίνει ένα χρόνο πριν την απόφαση να απομακρυνθεί. Μια ακόμα αλλαγή ήταν η επίσημη αναγραφή του Podolor ως παραγωγού, με το όνομα του Mekler να αγνοείται.       

Το “Steppenwolf 7”, που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1970, ήταν το αγαπημένο του Cooper, γιατί έβγαζε περισσότερη ποικιλομορφία από ό,τι τα προηγούμενα. Ιδιαίτερη στιγμή ήταν το “Snowblind Friend” του Hoyt Axton, που είχε τον Podolor να παίζει synthesiser και δεν έλλειπε για καιρό από τα set lists της μπάντας. Ανάμεσα στα καλύτερα τραγούδια του σίγουρα διακρίνει κάποιος τα “Who Needs Ya” και “Snowblind Friend”. Απέμενε ένας ακόμα δίσκος, πριν η μπάντα διαλυθεί για πρώτη φορά. Στο μεταξύ, ο Kent Henry (Blues Image) είχε αντικαταστήσει τον Byrom, με τις πολλές ήδη αλλαγές στη σύνθεση να επιδρούν αρνητικά στην έμπνευση και την εκτέλεση των τραγουδιών. Το “For Ladies Only” βγήκε τον αγαπημένο μήνα της μπάντας (Νοέμβριο) του 1971, αλλά δεν τα πήγε και τόσο καλά εμπορικά. Κι έτσι, τη μέρα της γιορτής των ερωτευμένων του 1972 οι Steppenwolf έπαιξαν για τελευταία φορά ζωντανά στο Los Angeles και μετά διαλύθηκαν.

Ο Kay ηχογράφησε δύο προσωπικούς δίσκους, τους “Forgotten Songs and Unsung Heroes” (1972) και “My Sportin’ Life” (1973). Οι Goldy McJohn και Jerry Edmonton εντάχθηκαν στους Manbeast, ενώ το 1974 οι τρεις τους επανενώθηκαν για πρώτη φορά ως Steppenwolf, για να ξαναζήσουν κάτι από τις μοναδικές στιγμές του ένδοξου παρελθόντος, που έρχεται στο παρόν μέσα από όλους τους παραπάνω δίσκους remastered και με bnonus tracks, που περιλαμβάνονται στο “Magic Carpet Ride: The Dunhill / ABC Years 1967-1971”.

Read 66 times