SAMURAI – Samurai (Esoteric Recordings / 2020)

Tuesday, 11 August 2020 14:06
Published in Where Prog meets Art

Αν δεν ακούσεις το “Samurai”, δεν το ξέρεις, αλλά έχεις κάνει hara-kiri.

Από τον Τάκη Κρεμμυδιώτη

Μια φορά κι έναν καιρό, πίσω στο 1971, ήταν μια τρομερή μπάντα που άλλαξε το όνομά της και κυκλοφόρησε έναν όντως εκπληκτικό δίσκο, που τότε λίγοι αντιλήφθηκαν ως τέτοιον. Γνωστή η ιστορία, ε;

Στο κουιντέτο αυτό, που είχε ως μέλη τους Dave Lawson (κίμπορντς, φωνητικά), Tony Edwards (κιθάρα), John Eaton (μπάσο), Lennie Wright (ντραμς, κρουστά, βιμπράφωνο) και Kenny Beveridge (ντραμς, κρουστά), μετείχαν στις ηχογραφήσεις οι Tony Roberts (σαξόφωνο, κλαρινέτο, φλάουτο) και Don Fay (σαξόφωνο, φλάουτο). Ουσιαστικά (και τυπικά) η μπάντα ήταν μια μετεξέλιξη των The Web, που άφησε κατά μέρος τις soul ανησυχίες της και αποφάσισε, κυρίως λόγω του Lawson, να ασχοληθεί με το αξεπέραστο jazz-rock.  

Κι ο Lawson μόνο «τυχαίος» δεν ήταν, αφού ήδη είχε κολλήσει ένσημα ως μέλος των Episode Six, μετά την αποχώρηση των κυρίων Ian Gillan και Roger Glover για να ενταχθούν στους Deep Purple. Μαζί με τον Lawson ήρθαν στους Episode Six και οι Alan Coulter και Tony Dangerfield (Screaming Lord Sutch & The Savages). Εκείνη την εποχή η μπάντα έπαιξε κυρίως διασκευές, αμφιταλαντευόμενες μεταξύ της pop και των Traffic. Ένα βράδυ, αφού έπαιξαν μαζί με τους The Web, ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες, ο Lawson βρέθηκε να γίνεται όχι μόνο ο αντικαταστάτης του τραγουδιστή τους, αλλά και εκείνος που θα έγραφε τα τραγούδια τους, αν και το μόνο που είχε ακούσει από αυτούς ήταν το live-set στην κοινή τους συναυλία! Πιο 70s φάση, πεθαίνεις!

Η jazz-rock μεταστροφή του ήχου της μπάντας προέκυψε κάπως… τυχαία. Βέβαια, υπήρχαν τα καθοριστικά δεδομένα της ενασχόλησης του Lawson αφενός με την κλασική μουσική, λόγω της θητείας του στη μπάντα της Πολεμικής Αεροπορίας όπου υπηρέτησε για πέντε χρόνια και αφετέρου λόγω της «θητείας» του στο πιάνο με δάσκαλο τον Stan Tracey, που πλέον θεωρείται ως ο νονός της British jazz, με τον οποίο σύχναζαν στο κλαμπ του Ronnie Scott. Κάπως έτσι ήρθε το “I Spider”, τα τραγούδια του οποίου είχαν προβαριστεί σε μοναστήρια και ηχογραφήθηκαν το 1970 στα Wessex studios, με το γκρουπ να έχει αποβάλλει από το όνομά του το “The” και να συστήνεται απλά ως Web, ενώ συχνά αναγραφόταν λανθασμένα στον τύπο ως “Webb”. Είπαμε, βρισκόμαστε στα μυθικά (τέλεια) 70s, όπου το διαδίκτυο δεν έπαιζε ούτε σε ταινία James Bond.   

Έχοντας η μπάντα βρει τα νέα πατήματά της, αποφάσισε να κάνει, έτσι για αλλαγή βρε αδερφέ, μια ριζικότερη τροποποίηση της ονομασίας της. Το νεογέννητο λεγόταν Samurai, λόγω του «κολλήματος» που είχε φάει ο Lawson κατά τη διάρκεια που υπηρέτησε στην Άπω Ανατολή με τη «θρησκεία» Shinto και το πόσο «αγνοί» και επικεντρωμένοι σε έναν σκοπό ήταν οι πολεμιστές Samurai. Η φρέσκια μπάντα υπέγραψε στην ανεξάρτητη βραχύβια Greenwich Gramophone του Les Reed, όπου εκτελούσε χρέη μάνατζερ ο Tony Reeves (John Mayall’s Bluesbreakers, Colosseum). Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του όμως, αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι η εταιρεία δε διέθετε αξιόλογη οικονομική επιφάνεια, η προβολή του δίσκου στον τύπο και η όλη προώθησή του δε στάθηκε αρκετή για να δώσει στους Samurai την ώθηση που χρειάζονταν και, φυσικά, τις ανάλογες πωλήσεις. Κι όλα αυτά, έχοντας ένα άλμπουμ με αληθινά εξαιρετικό υλικό. Μια ακόμα κακή συγκυρία είχε να κάνει με το ότι η μη συμμετοχή του Tom Harris στις συναυλίες, έφερε τη μπάντα στη δύσκολη θέση να περιοδεύσει χωρίς πνευστά, ενώ τα τραγούδια της είχαν γραφτεί με τέτοια. 

 

Πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Samurai” επανακυκλοφορεί στις 25 Σεπτεμβρίου re-mastered από τα πρωτότυπα master tapes με τρία ακυκλοφόρητα ως τώρα σε ψηφιακή μορφή live bonus tracks από το 1971, ένθετο βιβλιαράκι και πρόσφατη συνέντευξη με τον Dave Lawson. Κάποιες φορές, ξέρετε, η τέχνη είναι δύσκολο να εκτιμηθεί στην εποχή της. Αυτό πιστεύω πως έγινε και στην περίπτωση των Samurai, παρά το ότι το jazz-rock είχε ήδη γράψει τα πρώτα του χιλιόμετρα. Η μουσική τους ήταν πολύ ποιοτική και απαιτητική, αλλά, ταυτόχρονα, δε μπορεί να πει κάποιος ότι απευθυνόταν αυστηρά σε περιορισμένο ακροατήριο. Ύστερα από τόσα χρόνια, πιθανώς μπορούμε ευκολότερα να εκτιμήσουμε την αξία της και να διαπιστώσουμε κάτι που ήταν αυτονόητο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (και όχι στις επόμενες): ότι οι μουσικοί ήξεραν από μουσική!

Μια δοκιμή θα σας πείσει και είμαι σίγουρος ότι θα περάσουν πολλές ακροάσεις μέχρι να μπει ο δίσκος στη θέση του στη δισκοθήκη σας. Η εισαγωγή με σκέτο μπάσο του “Saving It Up For So Long” που ανοίγει το δίσκο, σου φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια. Κι αν είχες έστω και μια τόση δα αμφιβολία για το αν αυτό που ακούς είναι καθαρόαιμο jazz-rock, αυτή σβήνει πολύ γρήγορα, με τον πιο αυθεντικό και εύγλωττο τρόπο. Όταν ακούσεις το “More Rain” που ακολουθεί, καταλαβαίνεις απόλυτα τι ακούσματα είχαν οι Walter Becker και Donald Fagen πριν σχηματίσουν ένα σχεδόν χρόνο αργότερα τους Steely Dan. Κοιτάξτε, laid back και ποιότητα δεν ήταν, ούτε καν τότε, κάτι που μπορούσε να συμβαδίσει εύκολα. Πώς να το κάνουμε;

Ενώ αρχικά νομίζεις πως το “Maudie James” συνεχίζει στο ίδιο ακριβώς μοτίβο, μόλις περάσει ένα δίλεπτο νιώθεις το φάντασμα των Henry Cow να πλανάται «κάνοντας παιχνίδι». Είπαμε: μιλάμε για jazz-rock και όχι «γενικά» για progressive rock και ο νοών νοείτω. Με το “Holy Padlock” έρχεται η στιγμή να παραδεχτείς φωναχτά αυτό που καταλάβαινες εδώ και τόση ώρα. Ναι, λοιπόν, οι Samurai είναι της μεγάλης της οικουμενικής σχολής των Caravan και King Crimson.

Τα “Give a Little Love” και “Face in the Mirror” κρατούν μεν τις jazzy καταβολές τους, αλλά φλερτάρουν απροκάλυπτα με το σκληρότερο rock, βάζοντας στο παιχνίδι βαρύγδουπη rhythm section ή ροκάδικα πλήκτρα των ανάλογων συγκροτημάτων της Chrysalis Records. Οι τόνοι χαμηλώνουν ελαφρά στον επίλογο του “As I Dried the Tears Away”, όπου κάποιοι ελεγχόμενοι αυτοσχεδιασμοί α-λα πρώιμων Genesis βρίσκουν την ευκαιρία να ξεμυτίσουν και να πλημμυρίσουν το χώρο μας με γλυκιά (και, καλώς ή κακώς, αξεπέραστη) 70s νοσταλγία.

Δεν έχω να πω κάτι άλλο, αλλά να αναρωτηθώ για μία ακόμα φορά τι θα γινόταν, αν το “Samurai” είχε τύχει υποδοχής ανάλογης της αξίας του και η μπάντα δεν είχε διαλυθεί αμέσως μετά από αυτό.  

Read 141 times