Culpeper’s Orchard / Day of Phoenix - Αυθεντικό Δανέζικο prog rock σε δύο πράξεις

Wednesday, 30 September 2020 10:33
Published in Where Prog meets Art

Οι εμπλουτισμένες επανακυκλοφορίες δύο συγγενών συγκροτημάτων και πρεσβευτών του Δανέζικου prog rock από την Esoteric Recordings.

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Στα παλιά καλά χρόνια που μεσουρανούσε το αυθεντικό progressive rock, υπήρχαν πάρα πολλές μπάντες που εξερευνούσαν τα μαγευτικά του μονοπάτια, ακόμα και σε χώρες που ακόμα και σήμερα δεν έχουν να επιδείξουν κάτι το μαζικά συνταρακτικό στο όλο πλαίσιο της ηλεκτρικής μουσικής. Μια από αυτές είναι και η Δανία, που από τα τέλη των 60s έως τα μέσα των 70s είχε κάμποσες αξιόλογες τέτοιες μπάντες. Για παράδειγμα, αναφέρω τους Ache, Pan, Burnin’ Red Ivanhoe, Secret Oyster, Young Flowers, Fleur De Lis (όχι τους τρομερούς Βρετανούς), Steppeulvene, Alrune Rod, Blue Sun, Dr. Dopo Jam, Hair, Maxwells και τους The Old Man and the Sea. Επιλέγω όμως να επικεντρώσω την προσοχή μου στις συγγενείς μπάντες των Culpeper’s Orchard και Day of Phoenix, με αφορμή τις σχεδόν ταυτόχρονες κυκλοφορίες τους, που παρουσιάζονται στη συνέχεια.

Culpeper’s Orchard – “Mountain Music, The Polydor Recordings 1971 - 1973”

Το “Mountain Music, The Polydor Recordings 1971 - 1973” είναι μια καινούργια re-mastered διπλή κυκλοφορία που περιλαμβάνει το σύνολο των δίσκων των Culpeper’s Orchard στην Polydor Records, οι οποίοι υπήρξαν ένα από τα όντως κορυφαία και πιο γνωστά εκτός συνόρων συγκροτήματα της Δανίας. Στα παλιά και μάλλον καλύτερα για τη μουσική χρόνια που λέγαμε, ήταν πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι σήμερα να αγοράσεις ένα άλμπουμ, πιστεύοντας βάσιμα εκ των προτέρων ότι θα σου αρέσει. Με δεδομένο ότι η πρόσβαση στη μουσική πληροφορία δινόταν αποκλειστικά μέσω των εντύπων, μια επιτυχημένη αγορά προϋπέθετε όχι μόνο καλή περιγραφή του δίσκου από τον κριτικό, αλλά και ταύτιση με το προσωπικό του γούστο. Κι αν εξαιρούσες αυτήν την όντως επισφαλή δυνατότητα, απέμεναν δύο ακόμα λύσεις: η μία και σίγουρη είχε να κάνει με το να αγοράσεις κάτι που είχες ήδη ακούσει από κάποιον γνωστό σου και η πιο ιντριγκαδόρικη ήθελε να αποκτήσεις ένα άλμπουμ με μόνο γνώμονα το εξώφυλλό του. Σας φαίνεται αστείο, αυτό το τελευταίο; Κι όμως, στην πράξη ήταν η πιο συχνή αποδεικνυόταν σχεδόν αλάνθαστη!

Ειδικότερα στην περίπτωση του φερώνυμου ντεμπούτου των Culpeper’s Orchard, όπου δε χρειαζόταν και πολλή φαντασία για να δεις ότι κάτι καλό έτρεχε μέσα στα αυλάκια του βινυλίου του. Το συγκρότημα, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του βοτανολόγου Nicholas Culpeper, είχε ιδρυθεί στην Κοπεγχάγη το 1970 από το Βρετανό Cy Nicklin (φωνητικά, κιθάρα), που έμενε στη Δανία από το 1963 και είχε ήδη παίξει με τη Sandy Denny και τους  Strawbs στο “All Our Own Work”, αλλά και είχε ήδη αποχωρήσει από την προηγούμενη μπάντα του, τους Day of Phoenix, που παρουσιάζουμε παρακάτω. Μαζί του έπαιζαν οι Neils Henriksen (κιθάρα, πιάνο), Michael Friis (μπάσο, φλάουτο, όργανο) και Rodger Barker (ντραμς, κρουστά).

Ο Cy ήθελε να επικεντρωθεί περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν στο progressive rock και το folk rock, τη στιγμή που ο Nils ήταν γοητευμένος από την ψυχεδέλεια της δυτικής ακτής και ειδικότερα τους Crosby, Stills & Nash, με τον Stills να τον επηρεάζει κάτι περισσότερο από εμφανώς στον τρόπο που έπαιζε κιθάρα. Οι δυο τους, λοιπόν, έβαλαν κάτω τις επιρροές τους και συμφώνησαν ότι είχαν πολλά και καλά να πουν, γι’ αυτό πήραν μαζί τους τον Michael, ύστερα από πρόταση του Nils και τον δεύτερο Βρετανό της παρέας, τον Rodger, που θύμιζε παικτικά τον Animal των Muppets και τον Keith Moon των Who.
Κάπως έτσι φτιάχτηκε το ντεμπούτο, στο οποίο λόγω των γνωριμιών του Cy στη Sonet, εξασφάλισε διανομή μέσω της Polydor, αν και ο παραγωγός της εταιρείας Casper Andersen, που φέρεται ότι έκανε δούλεψε κι εδώ, φέρεται να είχε μονάχα μια διακριτική επίβλεψη και όχι ουσιαστικό ρόλο. Το άλμπουμ είναι σταθερά και παραδοσιακά επικεντρωμένο στα κλασικά progressive και psychedelic rock δεδομένα της εποχής και γεμάτο εμφανείς αναφορές στους Crosby, Stills & Nash, The Beatles, Procol Harum, The Byrds, Joni Mitchell, αλλά και τους Jethro Tull και Led Zeppelin. Κι ενώ το άλμπουμ πούλησε είκοσι χιλιάδες αντίτυπα στη Δανία των τεσσάρων εκατομμυρίων κατοίκων, χωρίς να ξέρει κανείς το γιατί, ο Rodger μπήκε σε ένα αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε, για να αντικατασταθεί από τον Dane Ken Gudman (The Defenders, The Savage Rose).

Το “Second Sight” (1972) που ακολούθησε απομακρύνθηκε από το ύφος του ντεμπούτου, προς όφελος μιας περισσότερο προσανατολισμένης στο folk psychedelic rock, που μεσουρανούσε στις Η.Π.Α. Το υλικό του ήταν πρωτότυπο, όπως και του ντεμπούτου, με μόνη εξαίρεση τη διασκευή του “Satisfied Mind” (των Jack Rhodes - Red Hayes), το οποίο διασκεύασαν ακολούθως διάφοροι, όπως οι Joan Baez, Bob Dylan, The Byrds, Duane Eddy και Lindsey Buckingham.
Το “Going for a Song” (1972) ήρθε λίγο πριν το τέλος της χρονιάς, αλλά με αλλαγές στο ύφος και στη σύνθεση, αφού οι Henriksen και Gudman αποχαιρέτησαν και ήρθαν οι Nils Tuxen (pedal steel κιθάρα), Niels Vangkilde (κιθάρα) και άλλος ένας Βρετανός, ο Tom McEwan (ντραμς). Ο δίσκος αυτός, που σήμανε την επιστροφή του ήχου στα μονοπάτια των Crosby, Stills & Nash, αλλά με εμφανή σημάδια από country rock, πήρε καλές κριτικές, αλλά ήταν ο τελευταίος τους στην Polydor, αφού οι διαμάχες μεταξύ των μελών έφεραν μια προσωρινή αναστολή των «εργασιών» τους για μια σχεδόν τριετία. Βλέπετε, κάποια μέλη της μπάντας προτιμούσαν τους Eric Clapton και Jimi Hendrix , ενώ άλλα τους Fairport Convention. Παρόλα αυτά όμως πρόλαβαν κι έπαιξαν στο Ragnarock Festival της Νορβηγίας μπροστά σε εκατό χιλιάδες κόσμο,πλάι στους Incredible String Band, Pretty Things και Mungo Jerry.  

Day of Phoenix - “Mind Funeral, The Recordings of 1968 - 1972”

Η Δανέζικη πλευρά της μουσικής ιστορίας του Cy Nicklin ξεκίνησε, έστω και για λίγο, από τους Day of Phoenix, αν παραμερίσουμε τη συμμετοχή του στο “All Our Own Work” των Strawbs, που επίσης έλαβε χώρα όσο η μπάντα βρισκόταν εντός συνόρων Δανίας. Στο διπλό “Mind Funeral, The Recordings of 1968 - 1972” περιλαμβάνονται remastered από τα πρωτότυπα master tapes τα άλμπουμ “Wide Open N-Way” και “The Neighbour’s Son” μαζί με bonus tracks. 

Αρχικά ο Nicklin εντάχθηκε το 1968 στους Day of Phoenix για την ηχογράφηση των singles “Tell Me” (Dave Cousins) και “I Think It’s Gonna Rain Today” (Randy Newman), αλλά σύντομα τους εγκατέλειψε, επειδή θεώρησε ότι επρόκειτο να κινηθούν σε μονοπάτια της rock που απείχαν αρκετά από το folk στυλ που τόσο αγαπούσε. Πού να ήξερε όμως, ότι το ντεμπούτο τους θα ήταν ένα τόσο εξαιρετικό δείγμα jazz rock, που θα μπορούσε άνετα να χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του ορισμού του, το οποίο εξακολουθεί να ακούγεται ιδιαίτερα μεστό. Τα υπόλοιπα μέλη ήταν οι Ole Prehn (κιθάρα, φωνητικά), Karsten Lyng (κιθάρα), Jess Stæhr (μπάσο) και Henrik Friis (ντραμς). Πριν την ηχογράφηση του ντεμπούτου τους όμως, δεν αποχώρησε μόνο ο Nicklin, αλλά και ο Stæhr για τα μάτια των Burnin’ Red Ivanhoe, με αποτέλεσμα να πάρουν τη θέση τους οι Erik Stedt και Hans Lauridsen.  

Οι Day of Phoenix είχαν την τύχη να παίξουν στο Aarhus μαζί με τους Colosseum και να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του μπασίστα τους Tony Reeves, ο οποίος ανέλαβε την παραγωγή του ντεμπούτου τους με τίτλο “Wide Open N-Way” (1970). Το άλμπουμ δημιούργησε άμεσα αίσθηση και πήγε καλά σε πωλήσεις και επί Βρετανικού εδάφους, με τη συνδρομή της νεοσύστατης Greenwich Gramophone. Όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ένα γνήσιος jazz rock δίσκος, με αυτονόητες progressive και εμφανείς psychedelic rock αναφορές, αλλά και ειδικότερα στοιχεία από τους Love, The Doors, Tim Buckley, David Crosby, Clear Light, που αποδείκνυε από την πρώτη κιόλας ακρόασή του πόσο καλοδουλεμένος ήταν. Καλύτερα διαπιστευτήρια από την εισαγωγική φερώνυμη σύνθεση, όπως και από το διαρκώς μεταλλασσόμενο “Mind Funeral”, δε μπορούσαν να υπάρξουν. Αν βάλετε σε αυτά και τους προπομπούς των πρωτοεμφανιζόμενων σε ψηφιακή κυκλοφορία singles “Deep Within the Storm” και “Chicken Skin”, τότε θα καταλάβετε γιατί η μπάντα ξεχώρισε άμεσα. Η χαρά όμως της επιτυχίας μετριάστηκε πολύ από τον αιφνίδιο θάνατο του Stedt, λόγω λήψης υπερβολικής δόσης ναρκωτικών ουσιών, ενώ η μπάντα βρισκόταν σε περιοδεία υποστήριξης του άλμπουμ.

Στο “The Neighbour’s Son” (1972) επιχειρήθηκε να ακολουθηθεί η ίδια πετυχημένη συνταγή στην Chapter 1 Records με τον Tony Reeves και πάλι παραγωγό. Τα τραγούδια είχαν σαφώς μικρότερη διάρκεια και είχαν κάπως αποστασιοποιηθεί από τα jazz rock δεδομένα του ντεμπούτου, χωρίς όμως να χάσουν τον progressive rock προσανατολισμό τους. Χαρακτηριστικότερες στιγμές του δίσκου αποτελούν οι συνθέσεις Paradox, Drifting, It’s a Long Way και Use Your Sense. Για άλλη μια φορά προκύπτει αβίαστα το ότι τα μέλη των Day of Phoenix ήταν πολύ καλοί μουσικοί, κάτι όμως που στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχτηκε ικανό για να αποτρέψει τη διάλυση του συγκροτήματος λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ.     

Read 66 times