CURVED AIR - The Albums 1970-1973 (Esoteric Recordings / 2021)

Tuesday, 24 November 2020 11:22
Published in Where Prog meets Art

Ως Sisyphus κατέκτησαν τον «Άδη» και ως Curved Air τις ψηλότερες κορυφές του progressive rock.

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Τώρα, τι σχέση μπορεί να έχει το όνομα του πολυμήχανου βασιλιά της Κορίνθου, που ξεγέλασε όχι μόνο τους θεούς, αλλά και τον ίδιο το θάνατο, με το δίσκο “A Rainbow in Curved Air” του Terry Riley, από τον οποίο μετονομάστηκαν οι Sisyphus σε Curved Air, μόνο η ίδια η μπάντα γνωρίζει. Εμείς, αρκεί που γνωρίζουμε τη μουσική της. Δε λέω, καλή είναι η όλη trivia φάση, αλλά, μην αποπροσανατολιζόμαστε κιόλας!

Στην ερώτηση «ποιο είναι το αγαπημένο συγκρότημα της Esoteric Recordings;», η απάντηση μοιάζει πολύ ευκολότερη από όσο νομίζετε: φυσικά οι Curved Air. Και δεν είναι μόνο αυτή που το αγαπά, αλλά και κάθε (ακόμα και μη ιδιαίτερα «ψαγμένος») φίλος του rock και του progressive rock, ο οποίος δεν ήταν καθόλου δύσκολο να γοητευτεί από τον επικό και λυρικό ήχο τους, που εν πολλοίς συγγένευε με εκείνους των String Driven Thing, The United States of America και It’s a Beautiful Day, όντας διαρκώς εύπλαστος στα άμεσα αναγνωρίσιμα φωνητικά της Sonja Kristina Linkwood, που κυριαρχούσαν αβίαστα, βάζοντας συχνά τη μουσική σε δεύτερο πλάνο. Πώς ήταν η Grace Slick στους Jefferson Airplane; Καμία σχέση. Πολύ, μα πολύ περισσότερο. Άλλωστε, οι δυνατότητες της ήταν λίγο - πολύ γνωστές πριν την ένταξή της στη μπάντα, λόγω της συμμετοχής της στο κλασικό για τη δεκαετία του ’60 μιούζικαλ Hair.

Αυτή τη φορά, η Esoteric Recordings ενοποιεί προγενέστερες σχετικές κυκλοφορίες της και μας δίνει στις 29 Ιανουαρίου το boxed set “The Albums 1970 – 1973”, που περιλαμβάνει remastered και expanded τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ της μπάντας, δηλαδή τα “Air Conditioning”, “Second Album”, “Phantasmagoria” και “Air Cut”. Μάλιστα, εκτός από τα αναμενόμενα καλούδια, εδώ βρίσκουμε ως bonus tracks τα singles “It Happened Today”, “What Happens When You Blow Yourself Up” και “Sarah’s Concern”.  

Χωρίς να υπαινίσσομαι καθόλου πως δεν ήταν ανάλογη η δισκογραφία που επακολούθησε από όσα παρουσιάζονται εδώ, δηλαδή τα “Midnight Wire” (1975) και “Airborne” (1976), μπορώ να πω ότι η ιστορία του γκρουπ μπορεί εύστοχα συνοψιστεί στη χρονική περίοδο που προσδιορίζεται στον τίτλο του “The Albums 1970 – 1973”. Με αυτό έχουμε την ευκαιρία να θυμηθούμε ότι όλα ξεκίνησαν από δύο φίλους με παιδεία κλασικής μουσικής που σχημάτισαν τους Sisyphus και συγκεκριμένα τον απόφοιτο του Royal College of Music βιολονίστα Darryl Way και τον απόφοιτο της Royal Academy of Music οργανίστα και τσεμπαλίστα Francis Monkman. Κι όταν τους ανέλαβε ο μάνατζερ Mark Hanau, που είχε ακούσει τη μουσική τους επένδυση στο έργο “Who the Murderer Was” που ανέβηκε στο Mercury Theatre του Notting Hill, τα πράγματα καλυτέρεψαν ακόμα περισσότερο, ιδίως με την τραγουδίστρια που εκείνος τους πρότεινε: την Sonja Kristina. Η τεράστια αυτή προσθήκη γιορτάστηκε δεόντως, με πρώτο βήμα την αλλαγή του ονόματος της μπάντας, που πλέον λεγόταν Curved Air. Στη συνέχεια ο Hanau τους έφερε σε επαφή με τον Lionel Conway της Island Music και τους εξασφάλισε συμβόλαιο, ενώ η Λονδρέζικη μπάντα περιόδευε εκτενώς στη χώρα της, αλλά και σε Ολλανδία, Βέλγιο και Γερμανία, δείχνοντας πως πλέον είχε ωριμάσει ο καιρός για το ντεμπούτο της.

 

“Air Conditioning” (1970)

Αυτό ήταν το “Air Conditioning”, που αποδείχτηκε το πιο επιτυχημένο βάσει της θέσης που κατέκτησε στο Βρετανικό κατάλογο επιτυχιών. Η συγκεκριμένη επανακυκλοφορία που έχουμε εδώ συνίσταται σε νέα ψηφιακή επεξεργασία των αυθεντικών master tapes του άλμπουμ, το οποίο είναι εμπλουτισμένο με δύο bonus tracks, τα “It Happened Today” (single version) και “What Happens When You Blow Yourself Up”. Το άλμπουμ αρχικά κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1970 από τη Warner Bros. με τη μορφή picture disc που παρέμενε ελκυστική, παρά τα προβλήματα που τότε προκαλούσε η πλαστικοποίηση των εικόνων, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο μια νέα μπάντα με νεοτεριστικό ήχο, που αναμείγνυε τις κλασικές, ηλεκτρονικές, folk και rock επιρροές των πέντε μελών της. Αυτά ήταν τα τρία που προαναφέραμε, η Sonja Kristina (φωνητικά), ο Darryl Way (βιολί) και ο Francis Monkman (κιθάρα, πλήκτρα), όπως και οι Rob Martin (μπάσο) και Florian Pilkington-Miksa (ντραμς). Η ηχογράφηση έγινε τον Ιούλιο του 1970 στα στούντιο της εταιρείας Island της Basing Street του Λονδίνου. Η παραγωγή ανατέθηκε στον Mark Edwards (Balloon Busters, The Barrier, John and Anne Ryder), ο οποίος είχε παρακολουθήσει πολλές ζωντανές εμφανίσεις τους, έχοντας διαμορφώσει άποψη για τις κατευθύνσεις που έπρεπε να δώσει. Οι Curved Air ήταν η πρώτη Βρετανική μπάντα που συμφώνησε με τη θρυλική Warner Brothers, καταδεικνύοντας την εμπιστοσύνη των υπευθύνων της εταιρείας στην κυκλοφορία του ντεμπούτου αυτού άλμπουμ.

Το “Air Conditioning” κυκλοφόρησε στην καρδιά της χρυσής εποχής της ηλεκτρικής μουσικής. Γι’ αυτό μεταφέρει την αυθεντική ατμόσφαιρα και ειδικότερα τον πυρήνα του progressive rock, μέσα από τον ήχο μιας μπάντας που τόλμησε να το διευρύνει με τις folk καταβολές της και την παιδεία της στην κλασική μουσική, κατ’ αναλογία των Renaissance. Κι όλα αυτά, δημιουργώντας έναν απαιτητικό και εμπλουτισμένο ήχο, ο οποίος παρέμενε κατά βάση μελωδικός. Η δημοτικότητα του συγκροτήματος έφτασε απότομα στα ύψη, ενώ οι μεγαλύτεροι συναυλιακοί χώροι ήταν πλέον ανοικτοί γι’ αυτό. Τότε, μάλιστα, ήταν που κλείστηκε η περιοδεία με τους Black Sabbath!
Εδώ που τα λέμε, η επιτυχία ήταν προδιαγεγραμμένη. Με φωνητικά όπως της Sonja, πλαισιωμένα από ταλαντούχους μουσικούς, το αποτέλεσμα δε θα μπορούσε να ήταν κατώτερο. Έχοντας δε συνθέσεις όπως τις “Vivaldi” και “Situations”, όπου οι επιρροές από την κλασική μουσική ενσωματώνονται στη rock και εξελίσσονται σε αυθεντική ψυχεδέλεια με κύριο εκφραστή το βιολί, αλλά και δόσεις ψυχεδελικού hard rock, που παρασύρεται από τη φωνή της Kristina, είναι σα να ξεκινάς αγώνα ταχύτητας εκατό μέτρων, έχοντας το βατήρα σου ήδη στα τριάντα. Το δε υπέροχο τραγούδι “It Happened Today” πήρε την τελική του μορφή κατά την ηχογράφηση του δίσκου, με τις βάσεις του να έχουν τεθεί προγενέστερα.

“Second Album” (1971)

Πιστοί στο «δόγμα» ένα άλμπουμ κάθε χρόνο, οι Curved Air συνέχισαν με το “Second Album”, που ονομάστηκε έτσι λόγω απροθυμίας του γκρουπ να βρει κάτι πιο χαρακτηριστικό. Νέος μπασίστας κατόπιν αγγελίας στο Melody Maker ήταν ο Ian Eyre, ο οποίος πήρε τη θέση του Rob Martin, που αντιμετώπιζε πρόβλημα με το δεξιό του ώμο και συνακόλουθα δε μπορούσε να ασκεί πολλή πίεση με τα δάχτυλά του. Ο δίσκος έτυχε καλής υποδοχής, αναδεικνύοντας πρώτιστα το hit single “Back Street Luv” (# 4 στο UK chart), αλλά και τα τραγούδια “Young Mother”, “Jumbo”, “Puppets”, “Everdance” και “Piece of Mind”. Την εποχή εκείνη για μια μπάντα σαν τους Curved Air, που θεωρούνταν και ήταν ένα συγκρότημα που έφτιαχνε δίσκους και όχι «στοχευμένα» singles, το συναίσθημα του να έχεις ένα hit single ήταν πρωτόγνωρο και μάλλον αναπάντεχο. Είχε μάλιστα άμεσο θετικό αποτέλεσμα, διότι όχι μόνο κέρδισαν νέους φίλους, αλλά έπαιζαν ζωντανά σε μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους.   
Στην παραγωγή του δίσκου είχαν ενεργότερη συμμετοχή τα μέλη της μπάντας, αλλά σημαντική ήταν και η συνεισφορά του Colin Caldwell, αν και αυτός τυπικά μνημονεύεται ως μηχανικός ήχου. Το “Young Mother”, που ανατρέχει στην εποχή των Sisyphus, δεν ήταν το μόνο τραγούδι από το παρελθόν που το συγκρότημα αποφάσισε να «φρεσκάρει». Την εξήγηση είχε δώσει σε συνέντευξή της απλά και αφοπλιστικά η Sonja, λέγοντας ότι συνήθως έχεις όλη σου τη ζωή για να γράψεις τα τραγούδια του ντεμπούτου σου, αλλά μόνο έξι μήνες για να ολοκληρώσεις αυτά του επόμενού σου δίσκου. Κι αυτό ήταν αλήθεια, ιδίως όταν περιόδευες πολύ.

ΟΙ συνθέσεις του Darryl Way ήταν πιο αυστηρά προσηλωμένες στα δεδομένα της εποχής με συχνά λοξοκοιτάγματα στη Δυτική Ακτή, τους Spirit και τους Spooky Tooth, ενώ του Francis πιο πειραματικές. Σίγουρα δεν ήταν και πολλοί αυτοί που πρόσεξαν την ανεπαίσθητη ατέλεια του “Jumbo”, που οφειλόταν στη διεύθυνση των εγχόρδων από τον άπειρο ως μαέστρο Way, την οποία άλλωστε ο ίδιος επεσήμανε σε συνέντευξή του πολλά χρόνια αργότερα. Δυστυχώς, η κακοδαιμονία των αρρωστιών συνεχίστηκε, αφού ο Florian Pilkington-Miksa προσεβλήθη από ηπατίτδα Β, με αποτέλεσμα να πάρει τη θέση του προσωρινά ως session μουσικός ο Barry DeSouza.

“Phantasmagoria” (1972)

Το “Phantasmagoria” σε κέρδιζε από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας σου με το “Melinda (More or Less)” και τη «Μαρία Αντουανέττα», η οποία αποδεικνυόταν τόσο γοητευτική, που σε έκανε να το τοποθετήσεις σε περίοπτη θέση της δισκοθήκης σου. Και το εξώφυλλο, πού το βάζετε; Μόνο και μόνο που ήταν λευκό, ξεχώριζε! Εδώ ο μπασίστας Ian Eyre είχε αντικατασταθεί λόγω ασθενείας και διαφωνιών του με τα λοιπά μέλη της μπάντας από τον «στρατολογημένο» επίσης κατόπιν αγγελίας στο Melody Maker Mike Wedgwood. Τελικά το άλμπουμ δεν τα πήγε καθόλου άσχημα σε εμπορικό επίπεδο, αφού έφτασε στην εικοστή θέση του UK chart.
Στο δίσκο αυτόν ήταν συχνότερη η χρήση synths και ειδικότερα του VCS3, που είχαν βάλει λιγότερο στο ντεμπούτο τους και περισσότερο στο δεύτερο άλμπουμ. Εδώ όμως η κατάσταση πήγε πολύ παραπέρα, αφού είχαν στη διάθεσή τους το πρωτοποριακό τότε δωδεκάμπιτο minicomputer PDP-8, αλλά και διάφορα φίλτρα κατάλληλα για sampling, τα οποία τους έδωσαν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν και να αναπαράγουν τη φωνή της Sonja με πολλούς τρόπους. Η δε συνεργασία του πολυτάλαντου Francis, που είχε κατασκευάσει έναν υπολογιστή, με το μηχανικό ήχου και δημιουργό του VCS3 synthesiser Colin Caldwell ήταν κάτι παραπάνω από εποικοδομητική. Μια και ο λόγος για την αιχμή της τεχνολογίας, αναφέρουμε ότι, κατά μία άποψη, στο δίσκο αυτό και ειδικότερα στο τραγούδι “Whose Shoulder Are You Looking Over Anyway?” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το ρομποτικό vocoder effect, δηλαδή η ανάλυση της φωνής μέσω του synthesizer και η αναπαραγωγή της στο keyboard.
Η συμμετοχή του Francis Monkman στο συνθετικό μέρος ήταν μεγαλύτερη από αυτήν του Darryl Way. Οι στίχοι της Sonja Kristina διέφεραν λίγο ως πολύ από τα καθιερωμένα, με κλασικό παράδειγμα το υπέροχο και αξεπέραστο “Marie Antoinette”. Στο δίσκο συμμετέχουν εκτάκτως διάφοροι μουσικοί, κυρίως γνωστοί του Francis, όπως η Annie Stewart (φλάουτο στο επίσης καταπληκτικό “Melinda (More or Less)” και ο Frank Ricotti (ξυλόφωνο). Υπάρχουν και δύο μυστηριώδεις «συμμετοχές», που εξηγήθηκαν αργότερα. Η μία είναι του Doris the Cheetah, δηλαδή ενός effect βρυχηθμού cheetah, που τον βάφτισαν Doris και η άλλη το melon στο τραγούδι “Marie Antoinette” που παίζει ο Darryl, το οποίο δεν είναι άλλο παρά ο ήχος που παρήγαγαν από το κόψιμο ενός πεπονιού με μεγάλο μαχαίρι, για να μιμηθούν τον ήχο της γκιλοτίνας που κόβει ένα κεφάλι!

Αφενός ο τίτλος του δίσκου, που είναι εμπνευσμένος από στίχο ποιήματος του Lewis Carroll και αφετέρου το εξώφυλλό του, ήταν προτάσεις του Francis, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε εμμονή με τα φαντάσματα και γενικά το υπερφυσικό. Η παραγωγή, που ανήκει και πάλι στη μπάντα και τον Colin Caldwell, αποσκοπούσε να αποδώσει το μεστό ήχο των δίσκων των ELP. Ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1972 και πέντε μήνες αργότερα οι Darryl Way, Francis Monkman και Florian Pilkington-Miksa εγκατέλειψαν τη μπάντα, κυρίως λόγω διαφωνίας των δύο πρώτων σχετικά με την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει στο εξής το συγκρότημα. Κι έτσι απέμειναν η Sonja Kristina και ο Mike Wedgwood για να συνεχίσουν. Η συγκεκριμένη επανακυκλοφορία του “Phantasmagoria” έχει ως bonus track το “Sarah’s Concern”.

“Air Cut” (1973)

Κι έτσι φτάνουμε στο “Air Cut”, το τέταρτο στούντιο άλμπουμ των Curved Air, όπου μπορεί κάποιος εύκολα να διαπιστώσει μερικές αλλαγές τον ήχο της μπάντας, αν και σαφώς δεν έχουν εγκαταλειφθεί εκείνα τα διαμορφωμένα χαρακτηριστικά του που τον έκαναν ιδιαίτερο. Με άλλα λόγια, εδώ θα βρείτε περισσότερο distortion στις κιθάρες, πιο «σκληρά» πλήκτρα και λιγότερη διάθεση για πειραματισμό. Η διαφορά έχει να κάνει με τον εμφανή προσανατολισμό του προς αμιγέστερα rock μονοπάτια. Αυτό κυρίως οφείλεται στις αλλαγές των τριών παραπάνω μελών και την προσθήκη των Kirby Gregory (κιθάρα, μπάσο, φωνητικά), Eddie Jobson (πλήκτρα, βιολί, φωνητικά) και Jim Russell (ντραμς, κρουστά).

Υπήρξαν αρκετοί που δεν πήραν με καλό μάτι την αποχώρηση του βιολονίστα Darryl Way και του κιμπορντίστα Francis Monkman και ιδίως ότι το σήμα κατατεθέν του ήχου της μπάντας, δηλαδή το βιολί, θα έμοιαζε πλέον στα χέρια του Jobson ως ένα ακόμα rock μουσικό όργανο. Παρά τις επιφυλάξεις τους όμως, ο νεαρός Eddie Jobson αποδείχτηκε ένας εξαιρετικός μουσικός, συνεισφέροντας τα μέγιστα ιδίως με τα πλήκτρα του, που περιλάμβαναν πιάνο, όργανο και διάφορα synthesizers. Η νέα διαμόρφωση όμως του «νέου» ήχου τους δεν έμελλε να έχει συνέχεια μετά το “Air Cut”, αφού ο Jobson πήγε στους Roxy Music να αντικαταστήσει τον Brian Eno, ο Wedgwood εντάχθηκε στους παμμέγιστους και πρωτοκορυφαίους (εντάξει, δεύτερους με διαφορά στήθους από τους Camel) Caravan, ενώ ο Kirby Gregory συμπεριλήφθηκε σε μια μπάντα που θα έπαιζε ζωντανά τραγούδια των Fleetwood Mac, με την άδεια του ατζέντη τους, κάτι όμως που δε συνέβη ποτέ λόγω αντίδρασης των μελών του αυθεντικού συγκροτήματος.

Πολύ όμορφο ήταν το εισαγωγικό τραγούδι “The Purple Speed Queen”, που στέκεται πλάι στη δημιουργία των Jefferson Airplane, όπως και το “Elfin Boy”, όπου γίνονται ευδιάκριτες οι down tempo folk καταβολές τους. Το εξαιρετικό δεκάλεπτης διάρκειας “Metamorphosis” και το “U.H.F” είναι δύο από τις σημαντικότερες συνθέσεις του δίσκου, με αυτούσιο πολυεπίπεδο και επικό progressive rock, επιβλητικά πλήκτρα και βαρύγδουπο μπάσο. Το τραγούδι με τις περισσότερες αναφορές στους προγενέστερους δίσκους είναι το “Easy”, που έχει συναισθηματικά φορτισμένους στίχους και πλήκτρα αυξομειούμενης έντασης. Τέλος, το βιολί έχει πρωτεύοντα ρόλο στο επίσης δυνατό “Armin”, που φέρνει στο νου μια ακόμα μεγάλη αγάπη, τους String Driven Thing μέσα από το μνημειώδες “The Machine That Cried” (κλίνω το γόνυ, που έλεγε κι ο παππούς...), το οποίο είχε κυκλοφορήσει μια χρονιά πριν.

Read 85 times