T2 - It’ll All Work Out in Boomland (Esoteric Recordings / 2021)

Monday, 15 February 2021 11:56
Published in Where Prog meets Art

Όλοι αντιλαμβανόμαστε τι είναι το progressive rock και εύκολα μπορούμε να φανταστούμε το ηχητικό πλαίσιο που κινείται μια μπάντα που δεν έχουμε ακούσει, αν μας πει κάποιος ότι παίζει prog rock. Όπως όλες οι μουσικές ετικέτες, έτσι και η συγκεκριμένη περιλαμβάνει έναν ευρύτερο χώρο μέσα στον οποίο κινούνται τα συγκροτήματά της. Αυτό θα το έλεγα κατεξοχήν για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ο όρος είναι μια καθαρόαιμη προοδευτική «ομπρέλα» κάτω από την οποία συνυπάρχουν αρμονικά διάφορες εκφάνσεις του rock.

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

Ένα τέτοιο μουσικό μείγμα έχουμε και στην περίπτωση του ποιοτικού power trio των T2, που κατόρθωσε μονάχα με έναν δίσκο να καταξιωθεί στο χώρο. Δυστυχώς όμως, όπως συμβαίνει σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, η καταξίωση ήρθε κάμποσα χρόνια αργότερα. Για την ακρίβεια, αρκετά χρόνια αργότερα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι T2 προέκυψαν από τους Neon Pearl και ειδικότερα από το ντράμερ και τραγουδιστή τους Pete Dunton. Αυτός και το άλλο μέλος της μπάντας ο μπασίστας Bernard Jinks το 1968 είχαν μεταπηδήσει στους Please, οι οποίοι διαλύθηκαν μία χρονιά αργότερα, με τον Dunton να εντάσσεται στους Gun και τον Jinks στους Bulldog Breed, όπου βρήκε τον κιθαρίστα και κιμπορντίστα Keith Cross.

Κι έτσι συναντήθηκαν οι δρόμοι των Dunton, Jinks και Cross και γεννήθηκαν οι T2, που όμως δεν έμελλαν να στεριώσουν περισσότερο από ό,τι οι πρώην μπάντες τους, αφού ξεκίνησαν το 1970 και διαλύθηκαν σε δύο χρόνια, για να επιστρέψουν στη ζωή είκοσι χρόνια αργότερα. Μοναδική κυκλοφορία τους υπήρξε το “It’ll All Work Out in Boomland”, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1970 από την μυθική και ελιτίστικη Decca Records, ύστερα από διαμεσολάβηση του μάνατζερ John Morphew, που εξασφάλισε επιπλέον δέκα χιλιάδες λίρες προκαταβολή για πνευματικά δικαιώματα!

Η εξέλιξη της μπάντας ήταν ραγδαία. Άμεσα εμφανιζόταν σε υπαίθρια φεστιβάλ, στα σημαντικότερα κλαμπ του Λονδίνου, αλλά και ειδικότερα στο Marquee Club, όπου τα μέλη της συγχρωτίζονταν στα παρασκήνια με τον Jimi Hendrix, τον John Lennon και πολλούς άλλους πρωτοκλασάτους τύπους. Κι ενώ ο Cross παραλληλιζόταν πρόωρα με τον Eric Clapton, ο δίσκος από την αρχή έκανε αίσθηση σε όσους πρόλαβαν να τον αποκτήσουν, αφού, για έναν ακατανόητο λόγο τα τυπωμένα αντίτυπα ήταν περιορισμένα και η διανομή τους  δεν ήταν η καλύτερη. Γι’ αυτό πλέον οι τιμές μιας αυθεντικής κόπιας έχουν πλέον φτάσει στα ύψη. Η ψύχρανση που προκλήθηκε με αφορμή αυτό το γεγονός ώθησε αφενός τη Decca να τερματίσει τη συνεργασία μαζί τους το 1971, αλλά και τους Cross και Jinks να εγκαταλείψουν τη μπάντα και αυτή τελικά να διαλυθεί στο τέλος του 1972, αφού όμως είχαν προχωρήσει αρκετά οι ηχογραφήσεις υλικού για το δεύτερο δίσκο τους και είχε αποτύχει η προσπάθεια του Dunton να κρατήσει ζωντανούς τους Τ2 με τη βοήθεια των Andrew Bown και John Weir.

Το all-time classic “It’ll All Work Out in Boomland” αναγνωρίστηκε κυρίως μετά την εποχή του και μάλιστα όχι μόνο από τους απανταχού prog rockers, αλλά και από DJs που το σάμπλαραν σε dance tracks. Επανακυκλοφορεί στις 26 Μαρτίου από την Esoteric Recordings re-mastered από τα πρωτότυπα master tapes της Decca και expanded ως τριπλό digipack CD. Συνοδεύεται δύο δίσκους με μεταγενέστερες session ηχογραφήσεις από το 1970 και τη διετία 1971 - 1972, που είχαν πρωτοδεί το φως το 1997 και το 2012 αντίστοιχα. Το “It’ll All Work Out in Boomland” αποτελείται από τέσσερεις «ορθόδοξες» progressive rock συνθέσεις μεγάλης διάρκειας, που υπογράφει ο Dunton και επιβεβαιώνουν το κύριο χαρακτηριστικό της προσεγμένης και σταδιακά εμπλουτιζόμενης ενορχήστρωσης που χαρακτηρίζει το είδος. Η παραγωγή του Mike Dunne, που έχει βγάλει ανάγλυφη την αρμονικότατη συνύπαρξη μεταξύ ψυχεδέλειας και proto-prog rock των τελών των 60s, ώρες - ώρες μοιάζει να ακούγεται σαν CSNY on prog acid, ενώ γλαφυρά περάσματα μελωδικότερων αποσπασμάτων υπερτονίζουν τη φαζαρισμένη κιθάρα. Με ευχέρεια μπορεί να διακρίνει κανείς και τις hard rock και blues επιρροές των Cream και των The Who, που κερδίζουν τις εντυπώσεις.

Το εισαγωγικό “In Circles” δε χαρίζεται σε κανέναν και ξεκινά δυναμικά, φέρνοντας στο νου τους Iron Butterfly και τους Pink Floyd, ενώ το γλυκό “J.L.T.” γεφυρώνει τη 60s folk rock με την επικολυρική prog διάσταση των Triumvirat. Πιο αγαπημένο μου τραγούδι είναι το “No More White Horses”, που διασκεύασαν οι neo-progers Landberk το 1992, με τα επικά πνευστά του, το τρομερό σόλο κιθάρας και τα υπερευαίσθητα πλήκτρα. Ο δε εικοσάλεπτος επίλογος του “Morning” φέρνει το hard rock στην επιφάνεια, εναλλάσσοντας περίτεχνα τις δυνατές με τις ήπιες στροφές του, ενώ αποτίει παράλληλα τιμή στην κιθάρα με χαρακτηριστικά σόλο που θυμίζουν τον Pete Townshend.

Η δεύτερη περίοδος της μπάντας, πουαπέφερε τα άλμπουμ “Second Bite” (1992), “Waiting for the Band” (1993) και “On the Frontline” (1994), ουσιαστικά συντήρησε το μύθο του “It’ll All Work Out in Boomland”, προσκαλώντας όσους δεν το έχουν ήδη κάνει να ταξιδέψουν για να γνωρίσουν τη μαγευτική Boomland.    

Read 132 times