RARE BIRD - Beautiful Scarlet: The Recordings 1969-1975 (Esoteric Recordings / 2021)

Monday, 22 March 2021 13:07
Published in Where Prog meets Art

“There's not enough love to go round”. Κατανοητό; Χμ, δε βάζω και στοίχημα…

Συντάκτης: Κρεμμυδιώτης Τάκης

“There's not enough love to go round”. Όταν έφυγαν τα παιδιά των λουλουδιών, μερικοί θεώρησαν αυτό το στίχο ως γλυκανάλατο, νομίζοντας ότι αναφέρεται σε κάποια γυναίκα. Τόσα καταλάβαιναν, τόσα έλεγαν. Το κακό, όμως, είναι ότι δεν τα κρατούσαν για τον εαυτό τους.

Πώς τα ξαναθυμήθηκα όλα αυτά; Μα φυσικά, με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία του εξαπλού “Beautiful Scarlet: The Recordings 1969-1975”, δηλαδή της εμπλουτισμένης boxed set ανθολογίας του έργου των Rare Bird. Λέω εμπλουτισμένης, διότι εκτός από τα remastered άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στις εταιρείες Charisma Records και Polydor Records “Rare Bird” (Νοέμβριος 1969), “As Your Mind Flies By” (Σεπτέμβριος 1970), “Epic Forest” (Νοέμβριος 1972), “Somebody's Watching” (Αύγουστος 1973) και “Born Again” (Μάϊος 1974), συνοδεύεται από το ηχογραφημένο τον Ιούνιο του 1974 ακυκλοφόρητο “Live at the Theatre Royal” όπου άνοιξαν για τους Barclay James Harvest, δώδεκα bonus tracks από σπάνια singles, το 7’’ ΕΡ που συνόδευε το “Epic Forest”, τρεις εναλλακτικές εκτελέσεις από στούντιο ηχογράφηση στα Central Sound Studios το 1971, βιβλιαράκι με εκτενές κείμενο και συνεντεύξεις, καθώς και ένα πόστερ, κατά το πρότυπο των 70s!

Σχηματίστηκαν τον Αύγουστο του 1968 ως Lunch, για να βαφτιστούν κατά μία άποψη με τον Stratton-Smith να προτείνει την πρώτη λέξη και τον Gould τη δεύτερη, ενώ κατά τον King αποκλειστικά με νονό τον Field. Κι αυτή η διχογνωμία είναι μόνο μία από τις καθόλου λίγες, που αφορούν την ιστορία της μπάντας. Ο πρώτος που ενθουσιάστηκε με τους Rare Bird μόνο τυχαίος δεν ήταν. Μιλάμε για τον Tony Stratton Smith, ιδιοκτήτη της μυθικής και τότε νεοσύστατης Charisma Records, που φιλοξένησε μεταξύ πολλών άλλων γιγάντων τους Genesis και τους Van der Graaf Generator, ο οποίος όταν άκουσε τη demo κασέτα που του έδωσε ο οργανίστας Graham Field  (Stansfield) και είδε τη μπάντα να μεγαλουργεί στο Mother’s Club του Birmingham έδωσε το χέρι για να γίνει το φερώνυμο ντεμπούτο τους η πρώτη κυκλοφορία της εταιρείας. Τα ίδια συναισθήματα απέναντί τους έτρεφε και ο μάνατζερ Terry King, που εκπροσωπούσε τη μεγαλύτερη επιρροή τους: τους The Nice.  

Ουσιαστικά οι Rare Bird δεν ήταν μία, αλλά δύο, πρωτοποριακές μπάντες. Η πρώτη χρονικά, που ήταν περισσότερο εστιασμένη στο progressive rock, αποτελούνταν, εκτός του Field, από τους Dave Kaffinetti (keyboards), Steve Gould (μπάσο, φωνητικά) και Mark Ashton (ντραμς), αν και πολύ αφετηριακά μπασίστας ήταν ο Chris Randall, ο οποίος γνώριζε τον Gould από τους Fruit Machine. Η δεύτερη, διατηρώντας την τάση να μην ενδίδει στα αναμενόμενα ηχητικά στεγανά και υπογράφοντας πλέον στην επίσης κορυφαία Polydor Records, λοξοκοίταξε προς το soft rock, έχοντας από το 1971 στερηθεί της παρουσίας των Field και Ashton και δεχτεί τους Andy “Ced” Curtis (κιθάρα), Fred Kelly (ντραμς) και Paul Karas (μπάσο, φωνητικά). Δύο χρόνια αργότερα εντάχθηκε στη μπάντα ο πολύς Nic Potter (Van der Graaf Generator), ενώ συμμετείχε στο τραγούδι “Dollars” ο John Wetton, που είχε και επρόκειτο να «κολλήσει ένσημα» σε πολλά ιστορικά γκρουπ. Τελευταία αλλαγή στη σύνθεση ήταν αυτή του Andy Rae, ο οποίος αντικατέστησε τον Potter το 1974, πριν ηχογραφήσουν τον τελευταίο τους δίσκο και διαλυθούν την επόμενη χρονιά.

Το ξεκίνημά τους ήταν κάτι παραπάνω από πολλά υποσχόμενο, με παραγωγό τον John Anthony, που είχε υπογράψει το “The Aerosol Grey Machine” των Van Der Graaf Generator. Το εξαιρετικό ντεμπούτο τους έφερε στην επιφάνεια επιρροές, εκτός από  των The Nice, των Frank Zappa και Keith Emerson, δοσμένες με δημιουργικό και ελαφρώς πιο συναισθηματικά φορτισμένο τρόπο. Από το άλμπουμ αυτό το single “Sympathy” παρουσιάστηκε στην εκπομπή Top of the Pops του BBC μαζί με τραγούδια των Jethro Tull, Canned Heat, Badfinger, Blodwyn Pig, Shocking Blue και Mary Hopkin, μπήκε στο international top 30 και να χτύπησε πρωτιές σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, πουλώντας ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Η μπάντα όμως αρχικά προτίμησε να περιοδεύσει αποκλειστικά στη Βρετανία, κάτι που, εκ των υστέρων, θεωρήθηκε ως λάθος, αποφασίζοντας το 1970 να πάει στις Η.Π.Α., όπου έπαιξε μαζί με τους It’s A Beautiful Day και τους The Grateful Dead ως τρίο, επειδή σε εκείνο το live ήταν αδύνατη η χρησιμοποίηση του Hammond, με αποτέλεσμα ο Graham να μείνει στο πλάι παροπλισμένος!

Η όλη υπερατλαντική περιοδεία κατέληξε σε αποτυχία, με τον Stratton-Smith, που είχε ρόλο κάτι σαν μάνατζερ, να παρατάει τη μπάντα στην τύχη της, μη απαντώντας στα τηλεφωνήματά της. Κάτι που οι Rare Bird δεν του συγχώρησαν ποτέ. Στη  συνέχεια ο Graham αποφάσισε, παρά τις επιφυλάξεις του Ashton, η παραγωγή του “As Your Mind Flies By” να αφεθεί στα χέρια του συγκροτήματος, με τον Brian Stott να συνδράμει απλά στα θέματα του ήχου. Εκ των υστέρων, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε λανθασμένη και βασικά υπεύθυνη, μαζί με τα πιεσμένα χρονικά περιθώρια για επόμενο δίσκο και τις απανωτές ζωντανές εμφανίσεις, για το ότι έχασαν την ευκαιρία να γνωρίσουν την επιτυχία που τους άξιζε. Αυτό δε σημαίνει ότι ο δίσκος δεν περιλάμβανε υπέροχα τραγούδια, όπως το “As Your Mind Flies By” και το έπος “Flight (i. As Your Mind Flies By  ii. Vacuum  iii. New York  iv. Central Park)”, που αποδείκνυαν την αξία τους. Η μεγάλη επιτυχία όμως δεν ερχόταν, οι συναυλίες στην Αγγλία γίνονταν πλέον μπροστά σε ολιγάριθμο κοινό, κι έτσι, δεδομένης και της δυσαρέσκειας της εταιρείας, τα χρόνια στη Charisma έλαβαν τέλος, όπως και η συμμετοχή στη μπάντα των Field και Ashton.

Η άτυπη δεύτερη φάση των Rare Bird ξεκίνησε με δύο εκπλήξεις για τους φίλους τους: την υπογραφή στην Polydor και τη διαφοροποίηση των μέχρι τότε μουσικών προτεραιοτήτων, μεταστρέφοντας τον ήχο σε κάτι που παρέπεμπε περισσότερο στους Crosby, Stills & Nash. Η μπάντα στη νέα μορφή της αποφάσισε να αφήσει την πολυπλοκότητα των συνθέσεων κατά το πρότυπο των τελών των ‘60s και των αρχών των ‘70s και να γράψει πιο απλά τραγούδια, αποσκοπώντας να γνωρίσει μεγαλύτερη απήχηση. Επίσης, η αλλαγή του μάνατζερ από τον King στον Strat, έμελλε να είναι εξίσου καθοριστική, όπως και το ότι ο Gould έπιασε τη ρυθμική κιθάρα, αφήνοντας το μπάσο στον Karas και την κιθαριστική πρωτοβουλία στον Curtis.

Το “Epic Forest” ήταν το πρώτο άλμπουμ, στο οποίο ενεπλάκη στον ήχο ο Ashley Howe, ενώ έπαιξε και κρουστά στο “Turning the Lights Out”. Παρά την προσεγμένη εμφάνισή του και τα όμορφα τραγούδια του, δεν κατάφερε να βελτιώσει το προφίλ της μπάντας, αν και την έβαλε ξανά στο υπερατλαντικό παιχνίδι μέσω του US chart. Η Βρετανική έκδοσή του περιλάμβανε 7’’ bonus EP, επειδή αφενός τα μέλη του συγκροτήματος δεν ήθελαν να μείνει απέξω κανένα έτοιμο τραγούδι τους και αφετέρου οι υπεύθυνοι της εταιρείας το θεώρησαν ως μια καλή ιδέα για το μάρκετινγκ του άλμπουμ. Το ύφος του δίσκου παρέπεμπε σε Δυτική Ακτή, παραμένοντας όμως κατά βάση sophisticated soft rock, που τελικά δε συγκίνησε ευρύ ακροατήριο. Το “Somebody's Watching” σηματοδοτήθηκε από την άφιξη του Nic Potter και την πρώτη απόπειρα να συμπεριληφθούν διασκευασμένα κομμάτια. Το “Hard Time” των Blondie Chaplin και Ricky Fataar (Beach Boys), το “High in the Morning” του Paul Korda τραγούδια του οποίου επίσης διασκευάστηκαν από τους Roger Daltrey, Frankie Valli, Dave Edmunds και Love Sculpture και το “Dollars” που ήταν βασισμένο στο μουσικό θέμα της ταινίας For a Few Dollars More του Ennio Morricone. Ούτε, όμως, με αυτόν το δίσκο ήρθε το επιθυμητό αποτέλεσμα, παρά το ότι ήταν απόλυτα προσαρμοσμένος στο πνεύμα της εποχής, περιέχοντας όμορφα τραγούδια.

Η τελευταία τους απόπειρα έγινε με το θα-ήθελα-να-βγει-αληθινό “Born Again” σε παραγωγή των Ced Curtis και Peter Rice, με τη μπάντα να είναι μεν κουαρτέτο, αλλά να φωτογραφίζεται στο οπισθόφυλλο ως τρίο, αφού ο νεοαφιχθείς Andy Rae δεν ήταν παρών. Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του έπαιξαν ζωντανά στο Drury Lane Theatre του Λονδίνου, γεγονός που έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε στο “Beautiful Scarlet: The Recordings 1969-1975”. Την επόμενη χρονιά, το 1975, έπεσαν άδοξα οι τίτλοι τέλους. Ο Gould συνεργάστηκε με τον Alvin Lee, ενώ ο Kaffinetti έπαιξε keyboards στην ταινία This is Spinal Tap.

Οι δίσκοι των Rare Bird τόσο της progressive περιόδου, όσο και της mainstream είναι αναμφίβολα ποιοτικοί κι αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό. Τώρα, το γεγονός ότι δε γνώρισαν την επιτυχία που τους άξιζε, όπως έχει σε πάμπολλες περιπτώσεις αποδειχτεί, δεν έχει να προσάψει τίποτα αρνητικό στην πολύ όμορφη προσπάθειά τους, που έχει τη δύναμη να συγκινεί στο πέρασμα του χρόνου.

“I'm on my way / To steal the day” τραγουδά ο Steve Gould κι αυτό εμένα με πείθει αρκετά για να εξακολουθήσω να τραγουδώ μαζί του.

Read 96 times