VAN DER GRAAF GENERATOR - Interference Patterns: The Recordings 2005-2016 (Esoteric Recordings / 2022)

Wednesday, 27 July 2022 11:41
Published in Where Prog meets Art

Η τρίτη φάση μιας μπάντας, που αν δεν υπήρχε, η μουσική δε θα ήταν σήμερα η ίδια

Κλίνει το γόνυ ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Ειλικρινά, δε μπορώ πλέον να υπολογίσω πόσες φορές βρέθηκα αντιμέτωπος με την πρόκληση να γράψω για τους Van der Graaf Generator και τον Peter Hammill. Κι όσο αυτό κάθε φορά ερχόταν ως ολοκλήρωση μιας άσβεστης προσμονής, άλλο τόσο με άφηνε εκτεθειμένο στο «φόβο» μήπως, γράφοντας γι’ αυτούς, αδικήσω τη μουσική τους. Αν πράγματι είναι δύσκολο να αποτυπώσεις με λέξεις την ποιότητα και τα συναισθήματα που απορρέουν από οποιαδήποτε μουσική, σκεφτείτε πόσο εξ ορισμού αδύνατο είναι να μιλήσεις γι’ αυτήν των Van der Graaf Generator. Κι αυτό δεν το λέω για εντυπωσιασμό, αλλά προφανώς διότι το πιστεύω. Έτσι, αν μου πείτε, γιατί τελικά αποφάσισα να ξαναγράψω γι’ αυτούς, θα σας απαντήσω, μάλλον αμήχανα, ότι δε μπορώ να κάνω αλλιώς.

Τα πρώτα μου κείμενα για τους Van der Graaf Generator (ήθελαν να) ήταν στοχαστικά, σοβαρά και όσο πιο διεισδυτικά γινόταν σε επάλληλες με τη μουσική σφαίρες. Βλέπετε, είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά και να μιλήσω τηλεφωνικά με το μέγιστο ταπεινό φιλόσοφο και μουσικό Peter Hammill, οπότε κάθε πιθανότητα να αντισταθώ στην αβίαστη προσέγγιση της ολότητας της τέχνης μέσα από τη μουσική του θα ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη. Πόσο μάλλον, αν πω ότι σχεδόν εξ αρχής δεν είχα την παραμικρή πρόθεση αμφισβήτησης, αλλά ξεκάθαρη τη βούληση να γνωρίσω τον κόσμο που αυτός βλέπει. Στη συνέχεια, βιώνοντας ό,τι περισσότερο μπορούσα από τις μουσικές εξερευνήσεις των VdGG, τα κείμενά μου έγιναν πιο μουσικοκεντρικά, διότι με «προκαλούσε» ο τρόπος που έντυναν τις σκέψεις και την όλη στάση ζωής τους. Τα τελευταία όμως χρόνια τα κείμενα έχουν γίνει κάπως αφαιρετικά και σίγουρα πιο απλά, που αναφέρουν και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δημιούργησαν, όχι επειδή τελείωσαν οι λέξεις που μπορούν να με βοηθήσουν να μιλήσω για τη μουσική τους, αλλά διότι, ύστερα από τις δύο προγενέστερες και μάλλον αναγκαίες μεταβατικές φάσεις, αυτός πλέον μου φαίνεται ως ο αντιπροσωπευτικότερος τρόπος έκφρασης. Ένας τρόπος που σέβεται μεν τον αναγνώστη, αλλά ταυτόχρονα του αφήνει τα μέγιστα δυνατά περιθώρια, έτσι ώστε να μην προκαθορίζει, ούτε καν έμμεσα, την άποψή του.

Αφορμή για τη νέα ενασχόλησή μου με την κολοσσιαία μπάντα των VdGG είναι το “Interference Patterns: The Recordings 2005-2016”, που κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου. Το boxed set αυτό αφορά τα άπαντα της άτυπης τρίτης (και όχι δεύτερης, αφού υπήρξε η παύση μεταξύ των ετών 1972 - 1975) φάσης τους, που ξεκίνησε το 2005 και τυπικά δεν έχει ακόμα τελειώσει, όταν οι Peter Hammill, Hugh Banton, Guy Evans και David Jackson ανακοίνωσαν την επανασύνδεση των VdGG για κάποιες ζωντανές εμφανίσεις και την κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ. Κατά τη διάρκειά της η μπάντα μέχρι στιγμής παρέμεινε δισκογραφικά ενεργή έως το 2016, κυκλοφορώντας πέντε στούντιο και κάμποσους live δίσκους, παρά την πολύ πρώιμη αποχώρηση του Jackson. Όλα αυτά συγκεντρώθηκαν στο “Interference Patterns: The Recordings 2005-2016”, που περιλαμβάνει δεκατρία cds με τα στούντιο άλμπουμ “Present” (2006), “Trisector” (2008), “A Grounding in Numbers” (2011), “ALT” (2012) και “Do Not Disturb” (2016), όπως επίσης και τα ζωντανά ηχογραφημένα “Real Time”, που είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένα αντίτυπα στην Ιαπωνία, “Live at Paradiso” και “Merlin Atmos”, αλλά και το dvd “Live at Paradiso”.

Τι μπορώ να πω πια για τη μουσική των Van der Graaf Generator; Όλα έχουν γραφεί διεξοδικά και σχεδόν πάντοτε απόλυτα επιτυχημένα. Ναι, η μουσική τους είναι πράγματι progressive rock, αλλά θα ήταν ακριβέστερο να τη θεωρείτε ως jazz rock, αφού η, ούτως ή άλλως, πολυδιάστατη jazz έχει εκ γενετής ενσωματωμένο το progressive στοιχείο, με τη συγκεκριμένη «συνύπαρξη» να είναι αληθινά κορυφαία μέσα από το πρίσμα της rock. Γι’ αυτό στην προκειμένη περίπτωση είναι μεν σωστοί, αλλά μόνο ως παραπληρωματικοί, οι χαρακτηρισμοί της ως experimental rock ή art rock. Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος την -όμορφη, δε λέω- θεωρία και ας αναλογιστούμε το ότι η μουσική αυτή πλέον αναπνέει την έκτη δεκαετία της, διατρανώνοντας μέσα στην ηρεμία της ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μουσική της καρδιάς, που παλεύει για να γίνει μουσική της ψυχής.

Ύστερα από τόσα χρόνια, τέτοια μουσική μόνο παρωχημένη δε μπορείς να την πεις. Κι όπως όλα τα σημαντικά πράγματα βρίσκουν εμπόδια μέχρι να πραγματοποιηθούν, έτσι συνέβη και πρόσφατα στην περίπτωση των Van der Graaf Generator. Όλα αυτά, εν μέσω μιας πανδημίας που έφερε στην επιφάνεια, πέρα από τα πολλά ήδη υπάρχοντα, νέα και ετερόκλητα εμπόδια στο να ομονοήσουν οι άνθρωποι, η μουσική των VdGG μου μοιάζει σημαντικότερη παρά ποτέ. Τον Οκτώβριο του 2021, όταν η μπάντα βρισκόταν στο αεροδρόμιο για να ξεκινήσει την ήδη δύο φορές ακυρωθείσα περιοδεία της, αναγκάστηκε να πετάξει για το Ελσίνκι χωρίς τον Guy Evans, του οποίου το διαβατήριο, αν και είχε ζωή για εννέα ακόμη μήνες, θεωρήθηκε άκυρο. Τα προβλήματα όμως σταματούν εκείνους που δεν έχουν ομόνοια, οπότε το κενό στη θέση του ντράμερ αποφασίστηκε να καλυφθεί εκ περιτροπής από τους Peter Hammill και Hugh Banton για τις εναρκτήριες δύο συναυλίες. Φανταστείτε τι σημαίνει αυτό, δεδομένου ότι το setlist των Van der Graaf Generator καμία μέρα δεν είναι ποτέ το ίδιο.

Το 2005 έγινε η τρίτη επανένωση του συγκροτήματος, οι καρποί της οποίας περιέχονται στο “Interference Patterns: The Recordings 2005-2016”. Η σχετική απόφαση μόνο παρορμητική δεν ήταν, αφού τα προγενέστερα καθοριστικά άλμπουμ είχαν δώσει στη μπάντα το προσωνύμιο «μυθική» και δυσκόλευαν πολύ την προσπάθεια να γραφτεί νέο υλικό που θα μπορούσε να σταθεί επάξια πλάι σε εκείνο του παρελθόντος. Άλλωστε, μην ξεχνάτε ότι το Δεκέμβριο του 2003 ο Hammill είχε υποστεί έμφραγμα, λίγο μετά την επιστροφή του από το Rugby World Cup που γινόταν στην Αυστραλία, έχοντας εξετάσει πολύ σοβαρά να επανενώσει τη μπάντα, για να παίξει στο Tate Modern Turbine Hall, αφού προηγουμένως είχε κάνει πρόβες σε ένα παλιό σπίτι στο Pyworthy του Devon. Τι λέγαμε για εμπόδια; Προσθέστε, λοιπόν, και το ότι τότε ακριβώς επρόκειτο η οικογένεια Hammill να μετακομίσει, ενώ αναμένονταν οι τελευταίες πινελιές για την κυκλοφορία του “Incoherence”. Ήταν που ήταν μια δύσκολη απόφαση η επανένωση, οπότε αντιλαμβάνεστε τις αντικειμενικές πλέον δυσκολίες να υλοποιηθεί.   

 
Κι όμως, η κατάσταση της υγείας του Hammill βελτιώθηκε γρήγορα, επιτρέποντάς του να οδηγήσει τις τρεις ώρες μέχρι το Pyworthy, όπου η μπάντα αυτοσχεδίαζε διερευνώντας πόσο πραγματικά ήθελε, αλλά και όντως μπορούσε, να ξαναπαίξει ζωντανά και να ξαναγράψει μουσική. Τα sessions ηχογραφήθηκαν και έτυχαν επεξεργασίας στα στούντιο των σπιτιών των μελών της μπάντας. Ήταν όμως εύκολο γι’ αυτούς να ξαναβγούν στο δρόμο; Ο Banton δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο, λόγω επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ενώ ο Evans, επηρεασμένος και από το πέρασμα του χρόνου, ήταν πολύ θετικός, λέγοντας «ή τώρα ή ποτέ». Ήδη από τα τέλη του 2004 η επανένωση ήταν γνωστή στον κόσμο, τη στιγμή που τα επεξεργασμένα tapes του “Present” γίνονταν αποδεκτά με ενθουσιασμό από την Gail Colson της Charisma Records. Στις 25 Απριλίου του 2005 το άλμπουμ κυκλοφόρησε εικοσιοκτώ χρόνια μετά το “The Quiet Zone/The Pleasure Dome” και, κατά το δυνατόν, αποδείχτηκε αντάξιο του παρελθόντος.

Για μια ακόμα φορά, όλοι συνειδητοποίησαν γιατί κανείς ποτέ δεν επρόκειτο να ακουστεί σαν τους VDGG. Η ψυχεδέλεια των 60s τρύπωνε και πάλι μέσα στην ανέκαθεν ευρύχωρη αγκαλιά του jazz rock, αποδεικνύοντας ότι η παρέα του Peter Hammill μας έκλεινε ακόμα πονηρά το μάτι. Το βράδυ της 6 Μαΐου στο Royal Festival Hall έγινε πραγματικότητα αυτό που περίμεναν τόσα και τόσα χρόνια οι φίλοι της μπάντας. Οι VdGG έπαιξαν τα “Every Bloody Emperor” και “Nutter Alert” πλάι στις κλασικές στιγμές τους, κάτι που ενθουσίασε το κοινό. Το 2008 ξεκίνησε περιοδεία της μπάντας ως τρίο σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και εμφανίσεις για πρώτη φορά στην Ιαπωνία και τη Βόρεια Αμερική. Κατά τη διάρκειά της οριστικοποιήθηκε η άποψη για συντομότερης διάρκειας συνθέσεις, κάτι που υλοποιήθηκε στο “Trisector”.

Η μπάντα αποφάσισε να δουλέψει με τον παλιόφιλο Hugh Padgham (Paul McCartney, Peter Gabriel, Genesis, Sting, Phil Collins) στο mixing των τραγουδιών του “A Grounding in Numbers”, που πήρε ακόμα καλύτερες κριτικές. Μετά από λίγο καιρό και με ανανεωμένη διάθεση το συγκρότημα, του οποίου η έμπνευση μόνο νοσταλγική δε μπορούσε να χαρακτηριστεί, άρχισε να δουλεύει πάνω σε ένα νέο δίσκο, που τελικά προέκυψε το 2012 διπλός και λεγόταν “ALT”. Με αυτόν οι πειραματισμοί για έναν νέο εκφραστικό τρόπο, που σέβονταν όμως απόλυτα το παρελθόν, γίνονταν πιο εμφανείς στους μυημένους, οι οποίοι όμως κάθε άλλο παρά ξαφνιάστηκαν, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο ήταν απολύτως συνυφασμένο με τους VdGG από το ξεκίνημά τους.

Μια μικρή έκπληξη ήρθε to 2015 με το ζωντανά ηχογραφημένο “Merlin Atmos”, όπου συνυπάρχουν όλες οι περίοδοι του συγκροτήματος σε πλήρη αρμονία. Σιγά σιγά έβρισκε πρόσφορο έδαφος η ιδέα για έναν ακόμα στούντιο δίσκο, που υπήρχε η αίσθηση ότι θα ήταν ο τελευταίος. Το “Do Not Disturb” γράφτηκε σταδιακά, ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 2015 στα Stage 2 Studios του Peter στο Bath και ήταν όντως πολύ καλό. Η περιοδεία που σχεδιάστηκε επρόκειτο να είναι η μεγαλύτερη και να αρχίσει στην Αθήνα το Μάρτιο του 2020, αλλά αναβλήθηκε δύο φορές λόγω της πανδημίας, μέχρι να έρθει η στιγμή του Ελσίνκι, που αναφέρθηκε παραπάνω. Αυτό που επίσης αναφέρθηκε, ήταν η ομόνοια που συνέτεινε στο να γίνει το συγκρότημα αυτό αληθινά ιδιαίτερο. Δείτε τι απάντησε ο Guy Evans, όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν το σημαντικότερο πράγμα, σε προσωπικό επίπεδο, του γεγονότος ότι ήταν μέλος των Van der Graaf Generator: «Ήταν οι άλλοι δύο, ο Peter και ο Hugh. Είναι αληθινά απίστευτοι. Μπορεί να έρχεσαι με κάποιες προσδοκίες, με επίγνωση ότι τα πηγαίνεις καλά μαζί τους επαγγελματικά, κι ύστερα να βρίσκεσαι στη μέση μιας συναυλίας ή στο τέλος μιας μελωδίας και να συνειδητοποιείς ότι μόλις συνέβη κάτι απίστευτο. Αυτό είναι που με κάνει να θέλω να είμαι στη μπάντα. Το απρόσμενο, το πολύ έντονο, το εξωπραγματικό που συμβαίνει». 


Κάπως έτσι, φτάνουμε στο σήμερα. Εκατομμύρια φίλοι, που τριγυρίζουμε γύρω από το μαγικό άξονα της μουσικής των VdGG, κι ας μη γνωρίζουμε ο ένας το όνομα του άλλου. Κι αναρωτιέστε τι μπορούμε να κάνουμε πια, δε νομίζω ότι είναι ανάγκη να απαντήσω ευθέως, αλλά απλά να υπαινιχθώ ότι “The Least We Can Do is Wave to Each Other”.

Concert photos copyright by Chris Kissadjekian

Read 43 times