BIFF BANG POW! - A Better Life: Complete Creations 1984-1991 (Cherry Red Records / 2022)

Friday, 13 May 2022 12:06

Το λέει και ο τίτλος: Μια καλύτερη ζωή. Και η μουσική των Biff Bang Pow!, όπως και των λοιπών συγγενών συγκροτημάτων του Alan McGee, ιδιοκτήτη της Creation Records που ο ίδιος ίδρυσε παίρνοντας τραπεζικό δάνειο χιλίων λιρών, έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το επίπεδο που έφτασε η ανεξάρτητη rock Βρετανική μουσική κατά τα 80s. Γιατί; Μα, φυσικά, επειδή ήταν πότε περισσότερο και πότε λιγότερο διακριτικά ποτισμένη με τη δημιουργική indie μελαγχολία της εποχής, αλλά και το psychedelic και το garage rock των 60s. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι το όνομα των Biff Bang Pow! είναι τίτλος τραγουδιού της λατρεμένης του Alan μπάντας, των The Creation, από τους οποίους επίσης βαφτίστηκε η δισκογραφική του εταιρεία. Πείτε τους άφοβα neo-psychedelicists. Δε θα παρεξηγηθούν με τίποτα!

Εξιστορεί τα ραντεβού του με τη Miss California ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Σπεύδω να το ομολογήσω εξαρχής: Το “Miss California Toothpaste 1972” είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια της δεκαετίας του ’80. Τώρα πια, μπορώ να συνεχίσω και να ταξιδέψω καμιά τριανταπενταριά χρόνια πίσω, για να θυμηθώ τις πανέμορφες μέρες κατά πρώτο λόγο των Biff Bang Pow! και των The Laughing Apple, και δευτερευόντως των Newspeak. Αφορμή είναι η επικείμενη κυκλοφορία του εξαπλού box “A Better Life: Complete Creations (1984-1991)”, που περιλαμβάνει ολόκληρη τη δισκογραφία των Biff Bang Pow!, δηλαδή τα άλμπουμ “Pass the Paintbrush, Honey....” (1985), “The Girl Who Runs the Beat Hotel” (1987), “Oblivion” (1987), “Love Is Forever” (1988), “Songs for the Sad Eyed Girl” (1990), “Me” (1991), αλλά και τραγούδια από ένα άλμπουμ που δε βρήκε ποτέ το δρόμο του με τίτλο “Sixteen Velvet Fridays”, όπως επίσης singles των προγενέστερων Newspeak και The Laughing Apple, ακυκλοφόρητα demos των Alan Mcgee & Jowe Head και ζωντανά ηχογραφημένες στιγμές από συναυλία στο Dortmund το 1987.

Μια φορά κι έναν καιρό το 1977, ο Andrew Innes έμαθε μπάσο στον Alan McGee και τρία χρόνια αργότερα αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Λονδίνο για να φτιάξουν τους “where Jam meets the Cure” The Laughing Apple με το νιχιλιστή ντράμερ Mark Jardim για να γίνουν punk-pop stars. Αρχικά τα πράγματα ήταν δύσκολα, αφού διανυκτέρευαν στην ταράτσα ενός φαρμακείου Boots, μέχρι που τους λυπήθηκε μια punk τύπισσα και τους φιλοξένησε στο σπίτι της. O Alan ήδη δρούσε λιγότερο ως μπασίστας και περισσότερο ως μάνατζερ, με τον Dick Green να αντικαθιστά τον Innes που νόσησε από ηπατίτιδα και επέστρεψε στη Γλασκόβη. Μάλιστα, ύστερα από μια εμφάνιση με τους Eyeless in Gaza, αρχικά κάποιος έκλεψε το μπάσο του Alan και η μπάντα καθοδόν προς Γλασκόβη είχε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί κακότυχη και να ακολουθήσει η διάλυσή της.

Στην πορεία, από τις στάχτες των The Laughing Apple ο Alan σε ηλικία 22 ετών έφτιαξε τους Biff Bang Pow!, που αρχικά επρόκειτο να ονομαστούν Baby Lemonade, με σκοπό να περιοδεύσουν, και την Creation Records, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες που είχε κάνει μέσω δύο μελών των Television Personalities, με τα οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Ποιος όμως «καθώς πρέπει» μουσικός έπαιζε μόνο σε μία μπάντα; Έλα ντε… Κι έτσι, με το που δραστηριοποιήθηκαν δισκογραφικά οι Biff Bang Pow! ο Andrew έφτιαξε με τη φιλενάδα του Christine Wanless το υπέροχο δίδυμο ηχητικό αδελφάκι τους, που ονόμασε Revolving Paint Dream. Τσακώθηκε κανείς; Μα, τι λέτε; Όχι μόνο δεν έγινε κάτι τέτοιο, αλλά τα μέλη μεταπηδούσαν περιστασιακά από μπάντα σε μπάντα, σα να μην τρέχει τίποτα. Κι έτσι, η Christine τραγούδησε πρώτη με τους RPD το “In the Afternoon” που όμως είχε γράψει ο Alan, με τους BBP να το λένε δεύτεροι, αλλά όχι καταϊδρωμένοι! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και το τραγούδι “7 Seconds”, που συναντάμε στα άλμπουμ του 1987 “Oblivion” των BBP και “Off to Heaven” των RPD. Επίσης, υπήρξε υλικό του “The Girl Who Runs the Beat Hotel” που είχε πρωτοδεί το φως σε μια «ομιχλώδη» συλλογή που κυκλοφόρησε σε κασέτα και αποδιδόταν στους RPD.  

Ένα από τα σημαντικά δέλεαρ του box αυτού είναι το “Sixteen Velvet Fridays”, δηλαδή το κομμένο άλμπουμ, που προοριζόταν για κυκλοφορία μετά το ντεμπούτο τους και εδώ αποκαλύπτεται για πρώτη φορά, ύστερα από το ξεκαθάρισμα των αρχειακών ηχογραφήσεων των BBP. Έτσι εξηγείται το κενό σχεδόν μιας διετίας από το “Pass the Paintbrush, Honey....” μέχρι το “The Girl Who Runs the Beat Hotel”, εντός του οποίου βγήκε μόνο ένα ΕΡ. Άλλωστε, μετά το “Love Is Forever” οι BBP είχαν κατά κάποιον τρόπο «μεταλλαχθεί» σε προσωπικό όχημα έκφρασης των ακουστικών τραγουδιών του Alan, που είχαν προκύψει ύστερα από την εμπλοκή του με το ecstasy και την εμμονή του με τους Nick Drake και Neil Young.

Το όνειρο του Alan να περιοδεύει με τους BBP αποδείχτηκε σχεδόν απατηλό, κυρίως λόγω των ανελαστικών υποχρεώσεών του στην Creation Records. Παρόλα αυτά, έχουν διασωθεί κάμποσες ηχογραφήσεις τους, μία από τις οποίες συναντάμε εδώ, με τη μπάντα να απολογείται για την όχι άψογη ποιότητα του ήχου. Όπως όμως συμβαίνει συχνά, άλλο θέλουμε και άλλο συμβαίνει. Έτσι, οι BBP δεν καταξιώθηκαν ως live μπάντα, αλλά ως στούντιο, και για πολλούς αποτελούν το «κρυμμένο» διαμάντι μιας εταιρείας που φιλοξένησε πολλά από τα σημαντικότερα συγκροτήματα της εποχής. Ο McGee θυμάται πως, όταν βρισκόταν στο αεροδρόμιο του Los Angeles  για να πετάξει προς το Λονδίνο, μια όμορφη εικοσιπεντάρα του αναβάθμισε δωρεάν τη θέση στο αεροπλάνο. Εκείνος φαντάστηκε πως η αναβάθμιση είχε σχέση με τους Oasis, αλλά με έκπληξη την άκουσε να του λέει ότι λατρεύει τους BBP, πράγμα που τον έκανε να αναφωνήσει: «Υπάρχει Θεός»!

Η περιπλάνηση των Alan McGee και Andrew Innes είχε αρχίσει πριν το σχηματισμό των The Laughing Apple, ενόσω βρίσκονταν ακόμα στη Γκασκόβη, με τη μπάντα των Newspeak, όπου μετείχε και ο κιθαρίστας Neil Clarke, που σε λίγο θα εντασσόταν στους Lloyd Cole & The Commotions. Αφού μοίρασαν τριάντα πέντε αντίγραφα της ντέμο κασέτας τους σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες χωρίς αποτέλεσμα, έριξαν τίτλους τέλους, με το υλικό τους να παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά.   

Η ανεξάρτητη Βρετανική απάντηση στην 80s chart pop βρήκε (και) στο πρόσωπο των BBP μια από τις καλύτερες εκφράσεις της. Το “Pass the Paintbrush, Honey....” ήταν ένας εκπληκτικός δίσκος που δημιούργησε άμεσα αίσθηση, με εξαιρετική παραγωγή του Joseph Foster, ενώ το “The Girl Who Runs the Beat Hotel” θεωρήθηκε ως μια από τις καλύτερες πρώιμες κυκλοφορίες της εταιρείας. Κατά την γνώμη μου, το “Oblivion”, στο οποίο συμμετέχει ο μπασίστας Phil King (The Servants, Hangman’s Beautiful Daughters, Felt), είναι η πιο σφιχτοδεμένη και εμπνευσμένη συνολικά στιγμή τους, που, όπως και όλο το έργο τους, φαντάζει απίστευτα σημερινό.

Ο ίδιος ο McGee είχε δηλώσει πως «Δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ξανά ένα Oblivion», αλλά σύντομα αυτοδιαψεύστηκε. Το αξιοπρεπέστατο και πιο μελαγχολικό “Love Is Forever” σήμανε άτυπα το τέλος της μουσικής συμβίωσής τους. Το δε “Songs for the Sad Eyed Girl” που ακολούθησε ήταν μικρό σε διάρκεια, αλλά σύμφωνα με τον McGee η σημαντικότερη στιγμή τους, που ήταν αδύνατο να ξεπεραστεί. Πλέον, ο εθισμός του στις ουσίες και το απαιτητικό μάνατζινγκ σημαντικών συγκροτημάτων, όπως οι Primal Scream, έκαναν τον Alan να επιλέξει την εταιρεία, αντί για το συγκρότημα, με το “Me” να αποτελεί το κύκνειο άσμα τους.
“There must be a better life”, αλλά κι αυτήν υπέροχη τη λές!


Read 27 times