Monuments on Facebook

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ: MARILLION – Roman Ancient Theater Plovdiv, "Sounds of the Ages Festival", Ημέρα 3η, Βουλγαρία, Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017 (Μέρος Α)

Monday, 02 October 2017 08:33
Published in Live Reviews

Τo Ομηρικό Έπος των Marillion γράφτηκε στην Φιλιππούπολη / The Homeric Epic of Marillion has been written in Plovdiv

Αποστολή & ανταπόκριση του Νίκου Παπαδόπουλου

Ειλικρινά δεν γνωρίζω κατά πόσο θα μπορέσω πράγματι να μεταφέρω και να καταγράψω με λέξεις και γράμματα ένα θαύμα (κυριολεκτικά), του οποίου είχα την τύχη και το προνόμιο να γίνω ένας ιδίοις όμασσι μάρτυρας. Η γενικότερη καταγραφή διαφόρων γεγονότων φαντάζει σχετικά εύκολη, αλλά η πραγματική καταγραφή με όσο το δυνατόν αντικειμενικότερη και ακριβέστερη μεταφορά είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα, ειδικά όταν εν θερμώ ακόμα το μυαλό δεν μπορεί να συνέλθει από το ευχάριστο σοκ και το συναίσθημα που κυριεύει το νου.

Διότι έγιναν και θαυμαστά πράγματα συν τις άλλοις. Για παράδειγμα, στα μέσα περίπου της συναυλίας μετά και το τέλος του τραγουδιού “Sounds That Can’t Be Made” από το ομώνυμο άλμπουμ, o Steve Hogarth προσφώνησε λέγοντας:

 

“Dedicating this song to Greece, … this is Power” , αφιερώνοντας στην χώρα μας με αυτόν τον μοναδικό τρόπο, ένα από τα συγκλονιστικότερα και ομορφότερα τραγούδια τους και που εμπεριέχει και διάφορους σημαντικούς συμβολισμούς. Και όμως ο τραγουδιστής των Marillion αφιέρωσε ένα τραγούδι σε μια χώρα στην οποία δεν έχει παίξει ποτέ (έρχεται μόνο για διακοπές) και αυτό έγινε μέσα σε μια ξένη χώρα. Το πώς και τι, θα εκμυστηρευτώ στο κείμενο παρακάτω, διότι ήταν μια θερμή μου παράκληση προς τον ίδιο να παιχτεί το “Power” αν ήταν δυνατό, διότι πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια όλων των εποχών αλλα και της συζύγου. Και δεν αναφέρομαι σε αυτό το συγκλονιστικό και πανέμορφο περιστατικό για αυτοπροβολή (δεν με απασχολούν τέτοιες καταστάσεις), αλλα για να αποδείξω πως οι Marillion, σέβονται και παίρνουν κυριολεκτικά στα σοβαρά τους φίλους και υποστηρικτές τους και τους θεωρούν οικογένεια και όχι ως απλούς και συνηθισμένους ακροατές.

Πρέπει να επισημάνω πριν ξεκινήσω, πως η Ελληνική κοινότητα έδωσε φοβερό δυναμικό παρόν στην συναυλία της Βουλγαρίας για ακόμα μια φορά, είτε από τα Ελληνικά Fan Club, είτε αυτόνομοι όπως πολλοί και διάφοροι, πράγμα που με χαροποίησε ιδιαίτερα και με αρκετά παιδιά ήθελε η τύχη να γνωριστούμε για πρώτη φορά. Όμως υπήρχαν και γνωστοί φίλοι από το παρελθόν από την Θεσσαλονίκη για παράδειγμα, δηλώνοντας την παρουσία τους ξανά για πολλοστή φορά. Μάλιστα ένας εκ των φίλων τους έχει δει 15 φορές σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Τι να πούμε εμείς. Διαφαίνεται όμως, πως τίποτα δεν μας σταματά και πως θέλουμε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που μας έχουν δημιουργηθεί εξαιτίας της κρίσης με διαφόρους ψυχοθεραπευτικούς τρόπους. Σιγά μην τους κάνουμε και την χάρη να μιζεριάσουμε έγκλειστοι στα σπίτια μας. Συγχαρητήρια σε όλα τα ευγενέστατα παιδιά από την Καβάλα, από την Κομοτηνή, από την Θεσσαλονίκη και από οποιοδήποτε άλλο μέρος που μπόρεσαν και ταξίδεψαν στην Φιλιππούπολη για τις απίστευτες γεμάτες ομορφιά στιγμές που μας πρόσφεραν οι Marillion. Άξιζε και με το παραπάνω, όσο δεν το περίμενα και ακόμα περισσότερο. Αυτό ήταν ένα θαύμα που παρακολουθήσαμε. Τίποτα λιγότερο…

 

Έτσι λοιπόν, θα προσπαθήσω όμως με αντικειμενικότητα και λεπτομέρεια να μεταφέρω στα σπίτια σας τις εικόνες και τα συναισθήματα που εισέβαλαν στο μυαλά όλων μας, στις καρδιές, τις ψυχές αλλα και τα σώματα μας, αυτές τις 2-3 ημέρες που βρεθήκαμε όπως και εγώ με την σύζυγο μου στην Βουλγαρία, για να παρακολουθήσουμε από κοντά τους λατρεμένους μας Marillion, στο Αρχαίο Ρωμαϊκό Θέατρο του Plovdiv, δηλαδή της Φιλιππούπολης όπως ήταν και το πάλαι ποτέ αρχαιοελληνικό της όνομα.

Αρχικά επίσης στα σχέδια μας, ήταν να παρακολουθήσουμε και ακόμα μια μεγάλη συναυλία, αυτή των πολυαγαπημένων Manfred Mann’s Earth Band, την δεύτερη μέρα του Sounds Of The Ages Festival, της 23ης Σεπτεμβρίου, τις οποίας είχαμε προμηθευτεί επίσης εισιτήρια. Δυο μέρες σερί, με δυο αγαπημένα ονόματα, φάνταζε κάτι αληθινά εξωπραγματικό και η προσμονή ήταν αγωνιωδώς μεγάλη, όμως στο πίσω μέρος του μυαλού υπήρχε ο φόβος του πολύ καλού για να είναι αληθινό. Και δυστυχώς έγινε αυτό που φοβόμασταν. Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και 3 μέρες μόλις πριν την διοργάνωση, ανακοινώθηκε η ακύρωση εξαιτίας της απογοητευτικής προπώλησης των μόλις 370 εισιτηρίων (γίνονται και αλλού τέτοια τελικά) πάρα την προώθηση εδώ και ένα χρόνο, και εξαιτίας του μεγάλου κόστους δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ προς μεγάλη μας απογοήτευση και λύπη.
Όμως οι Marillion μας ξεπλήρωσαν ακόμα και για αυτό το ατυχές γεγονός άθελα τους και με το παραπάνω σε απλησίαστο βαθμό.

 

Πριν μπω όμως για τα καλά στο ψαχνό της εξιστόρησης των γεγονότων, θα μιλήσω με μεγάλη πικρία για αυτό που (δεν) γίνεται στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες από διοργανωτές, αφού ακόμα και το όνομα Marillion παραμένει ένα μουσικό ταμπού από πολύ κόσμο. Οι Marillion ούτε και τώρα στα 38 χρόνια της ύπαρξης τους (άντε θα πω 34 χρόνια χαριστικά από το πρώτο επίσημο δισκογραφικό βήμα το 1983 και όχι το 1979 που δημιουργήθηκαν) δεν μας έκαναν την χάρη (προσέξτε: εννοώ αληθινά το «δεν μας έκαναν την χάρη» και όχι την τιμή) να περάσουν από την χώρα μας και ειλικρινά αμφιβάλλω αν θα γίνει και ποτέ. Τιμή μας θα ήταν αν τους καλούσαμε και ποτέ ως μουσαφιραίους, για να τους δείξουμε τι σημαίνει Ελληνική αγάπη και φιλοξενία, αλλα διαφαίνεται πως δεν μπαίνουμε στον κόπο με σοβαρότητα και η αδιαφορία είναι εμφανής. Γι’ αυτό αν και όποτε έρθουν στην Ελλάδα, θα μας κάνουν μεγάλη χάρη. Δεν χάνω όμως την πιστή μου. Απλά έχω σοβαρές ενδείξεις και αμφιβολίες για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Η συναυλία των Marillion, ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα μετά από πολλές άκαρπες προσπάθειες. Έτσι ακριβώς θα ξεκινήσω και είναι κάτι που εννοώ πέρα για πέρα. Αφενός μεν γιατί ήταν η παρθενική τους συναυλία μου, την οποία κυνηγούσα επί χρόνια αλλα δεν μου καθόταν με τίποτα αλλά εν τέλει επετεύχθη, αφετέρου δε γιατί το να παρακολουθήσεις αυτές τις πέντε “υπερφυσικές” καλλιτεχνικές οντότητες που απαρτίζουν τον αστείρευτο «Μουσικό Γαλαξία» που αποκαλείται Marillion, ειδικά και κυριολεκτικά σε έναν (“Rock ‘N’ Roll”) Monument χώρο, είναι μια εμπειρία ζωής τόσο μεγάλη, που αν δεν ακούσεις, δεν δεις με τα μάτια σου και δεν συλλάβεις με το μυαλό σου, δεν θα μπορέσεις τελικά να κατανοήσεις επακριβώς αυτήν την “Out οf this World“ εμπειρία κάλε μου φίλε. Όσο και αν σου τα πω εγώ ή κάποιος άλλος. Ακόμα και εγώ τέτοιο θαύμα δεν το περίμενα. Όπερ και εγένετο στις 24 Σεπτεμβρίου ένα «Rock ‘Ν’ Roll Monument» που θα μείνει ανεξίτηλο για να ηχεί πάντα καταγεγραμμένο στα μάρμαρα του αρχαίου Θεάτρου.

 

Οι Marillion ζουν και αναπνέουν για την κάθε στιγμή και το κάθε δευτερόλεπτο της ζωής τους, για να παίζουν μουσική για εμάς, τους ίδιους και για όλο τον κόσμο που τους ακολουθεί και τους υποστηρίζει με λατρεία και σθένος, από την αρχή της πρώτης τους μουσικής δημιουργίας το 1983, όταν και «ντεμπουτάρησαν» με το λατρεμένο από όλες τις απόψεις “Script for A Jester’s Tear.”
Διότι οι Marillion αγαπητοί φίλοι και φίλες, δεν είναι απλά ένα συγκρότημα, είναι ένας αυτόνομος και αυτόφωτος έμβιος οργανισμός, που υπάρχει από το 1979 και συνεχίζει ακάθεκτος μέχρι σήμερα ανεξάρτητος πλέον από δισκογραφικές εταιρίες, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, επιβιώνοντας με θαυμαστό τρόπο ως άλλοι χαμαιλέοντες. Οι Marillion είναι ζωή, είναι αγάπη, είναι αγκαλιά, είναι μια οικογένεια, είναι αναπνοή, είναι βάλσαμο, είναι οι φίλοι που απορροφούν τον πόνο μας, είναι μια Αγγλική μουσική και πολιτιστική κουλτούρα που όμοια της δύσκολα θα βρεθεί αλλού. Ένας καλλιτεχνικός αυτοδημιούργητος μουσικός πλανήτης, που έχει γαλουχήσει χιλιάδες ανθρώπους με την τιμιότητα και την μουσικό-συνέπεια του. Και ποτέ μα ποτέ δεν έχει απογοητεύσει τους ανθρώπους που τους στηρίζουν.
Γι’ αυτό και υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες φανατικοί υποστηρικτές σε ολόκληρο τον κόσμο, που δεν διστάζουν να προπληρώσουν μήνες ή και χρόνια πριν μέσω της Crowdfunding τακτικής, το κάθε νέο άλμπουμ που πρόκειται να κυκλοφορήσουν. Τυφλή εμπιστοσύνη με δεμένα χέρια λέγεται αυτό και οι Marillion το γνωρίζουν πολύ καλά και είναι εξαιρετικά ευγνώμονες με τον κόσμο. Είναι από τα πρώτα σχήματα (αν όχι το πρώτο συγκρότημα) που με πρωτοποριακό και έναν ιδιαίτερο τρόπο, καθιέρωσε το Crowdfunding ως ξεκίνημα για την ανεξαρτητοποίηση τους από τις εταιρίες για να έχει τον πρώτο λόγο και την απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και έκφραση.

 

Αυτή η συναυλία που έμελλε να γίνει στις 24 Σεπτεμβρίου σε έναν ιστορικό αρχαιολογικό χώρο, ήταν τέτοια τύχη βουνό, που ακόμα αν μου το διαβεβαίωναν με προεδρικό διάταγμα, δεν θα έβαζα στοίχημα ούτε την δισκοθήκη μου. Και όμως, 3 μήνες περίπου πριν, πέφτουν τα μάτια μου στην ανακοίνωση. Έκτοτε, δεν έχασα στιγμή προσπαθώντας να αποκτήσω τα πολυπόθητα εισιτήρια και μετά από έναν μήνα, είχα στα χέρια μου δυο χαρτάκια που έλαμπαν σαν θεϊκό χρυσάφι, ακριβώς όπως φάνταζε και το “My Precious” δαχτυλίδι του Sauron, στα κουρασμένα μάτια του παράνομου “ιδιόκτητη” Sméagol (Gollum) του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Τέτοια ιστορική ευκαιρία δίπλα μας και να πάει χαμένη; Επ’ ουδενί λόγω και ειδικά όταν θα λάμβανε μέρος σε ένα τέτοιο αρχαιολογικό χώρο στην Φιλιππούπολη, δίνοντας επιπλέον έξτρα βαρύτητα μείζονος και ιστορικής σημασίας στο όλο εγχείρημα.
Kαι μια γενική ιστορική πληροφορία μιας και μπήκαμε και σε αυτά τα εδάφη που έχουν άμεση σχέση με τους ήρωες μας: Oι Marillion δανειστήκαν το όνομα τους από το μύθο-ποιητικό έργο “THE SILMARILLION” του J.R.R.Tolkien. Όταν δημιουργήθηκαν πίσω στο 1979 στο Aylesbury της Αγγλίας, το πρώτο τους όνομα ήταν ακριβώς αυτό, αλλα για νομικούς λόγους και να αποφύγουν οποιεσδήποτε περιπέτειες, συντόμευσαν το SILMARILLION απλά σε … MARILLION!!!. Και έτσι γράφτηκε ιστορία…
Και συνεχίζω από την πιο πάνω παράγραφο. Μετά από όλα αυτά και με λίγη καλή τύχη και την επικοινωνία πρώτα του αγαπητού μας «Προέδρου» Χρήστου Κισατζεκιάν αλλα έπειτα και δική μου μετά από προτροπή του, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή με τον διοργανωτή Vassil Varbanov (ένας γίγαντας με χρυσή καρδία) του “Sounds Of The Ages” και ιδιοκτήτη του Tangra Mega Rock Radio της Σόφιας, μας έλυσε τα χέρια δίνοντας μας το υπερπολύτιμο Photo Pass αλλα και πληροφορίες για να δώσω το παρόν στην συνέντευξη τύπου (press conference) των Marillion, που θα γινόταν στο Δημαρχείο της Φιλιππούπολης στις 12:00 ακριβώς το μεσημέρι ανήμερα της συναυλίας.

Με αυτά τα ευχάριστα δεδομένα, το ταξίδι ξεκίνησε από την Καστοριά με προορισμό το Plovdiv, μια διαδρομή 650 χλμ. περίπου μέσω Σόφιας. Όλα πήγαν καλά και το βράδυ φτάσαμε στον προορισμό μας. Με το που φτάσαμε, ανά χείρας τις βαλίτσες, check in στο ξενοδοχείο γιατί η επόμενη μέρα είναι μεγάλη και η αγωνιά χτύπησε κόκκινο σε βαθμό πυρετού.

 

Οχι και τόσο προετοιμασμένος ψυχοσωματικά παραδέχομαι για αυτό που θα επακολουθούσε, παίρνω τα μπογαλάκια μου την επομένη και πάω Δημαρχείο. Εκεί είχα την χαρά να γνωριστώ με δυο ακόμα παιδιά από την Καβάλα και μαζί με αρκετούς ακόμα προσκεκλημένους ενδιαφερόμενους, περιμέναμε με υπομονή την συνέντευξη τύπου. Η ώρα έφτασε και με ελάχιστη καθυστέρηση, 5 ταπεινότατες αλλα γνώριμες «πατρικές» φιγούρες, οι Steve Rothery, Mark Kelly, Pete Trewavas, Steve Hogarth και Ian Mosley περνούν από δίπλα μας και κάθονται στις καρέκλες της μικρής αίθουσας καταχειροκροτούμενοι.
Μετά από μια σύντομη παρουσίαση των μελών και του φεστιβάλ από τον ίδιο τον διοργανωτή, οι φιλοξενούμενοι μας άρχισαν να απαντούν σε κάθε ερώτηση των παρευρισκομένων με προθυμία και χιούμορ πολλές φορές και παρά την αγωνία μου (δεν ήταν δα κα λίγο να τους έχω μπροστά μου σε απόσταση αναπνοής ενώ κάποτε πίστευα πως δεν θα τους έβλεπα ούτε ζωγραφιστούς σε συναυλία), πήρα το θάρρος και ζήτησα να μιλήσω στο τέλος. Σηκώθηκα, τους χαιρέτησα (παραλίγο να υποκλιθώ τρομάρα μου από το τρακ), συστήνομαι λέγοντας όνομα και την ιδιότητα μου ως εκπρόσωπος του περιοδικού Rock ‘N’ Roll Monuments, ευχαριστώντας τους που επιτέλους θα τους δω ζωντανά και πως είναι μεγάλη τιμή και αισθάνομαι ιδιαίτερα προνομιούχος που βρίσκομαι εδώ και πως επιτέλους ένα συναυλιακό μου όνειρο, γίνεται πραγματικότητα με τους Marillion. Χαμογελούν και ευχαριστούν και αυτοί ευγενέστατοι…
Έτσι ψέλλισα και εγώ ο άμοιρος δυο ερωτήματα εμφανώς τρακαρισμένος. Η μια αφορούσε την ερώτηση που θα μπορούσε να κάνει μόνο ένας Έλληνας. -“Γιατί δεν έχετε έρθει στη Ελλάδα ακόμα; Πότε θα μας επισκεφτείτε επιτέλους; Σας περιμένουμε δίχως άλλο”, για να λάβω την προφανή απάντηση από όλους: “Μα θέλουμε να έρθουμε στην Ελλάδα, αλλα θα πρέπει να μας προσκαλέσουν. Αν δεν γίνουν σοβαρές προσφορές ή κάτι άλλο δεν είναι εύκολο και πως παρά την αναμενόμενη αλλα εύλογη ερώτηση, εκφράστηκαν λέγοντας πως “θέλουμε στα αλήθεια να σας επισκεφτούμε, όχι μόνο για διακοπές” -ακούτε κύριοι διοργανωτές;- και αφού γελάσαμε λίγο, έριξα και την δεύτερη χαζό-απορία μου, που αφορούσε το B’ Side τραγούδι “Tux-on” από τα sessions του “Clutching At Straws”. Ποιό είναι τελικά το νόημα των στίχων αυτού του κομματιού, αφορά κάποιο “κουστούμι” ή πρόκειται για κάποιο λογοπαίγνιο που αφορούσε την οικονομική πολιτική και τους υπερβολικούς φόρους (Tux-on / Tax-on, Get it΄?). Ο Steve Rothery απάντησε πως “Αφορά στην ουσία ένα επίσημο σμόκιν/σακάκι. Τίποτα παραπάνω” - Nαι, αλλα οι στίχοι δεν είναι ξεκάθαροι, άρα έχουν μεταφορικό λόγο σωστά;

 

Λίγο αργότερα όμως, μετά το τέλος της συνέντευξης και αφού υπέγραψαν ένα με δυο πραγματάκια στον καθένα μας, ο Mark Kelly με πιάνει από το μπράτσο και μου λέει γελαστός “εσύ δεν ρώτησες για το Tux-On; Έλα να σου εξηγήσω τι ακριβώς σημαίνει το τραγούδι”. Δίπλα μας έρχεται ο Pete και ο Ian. “Άκουσε να δεις” μου λέει, “το σμόκιν αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε σμόκιν αλλα αυτό που φοράει ο άντρας, κατά την διάρκεια της ζωής του και που θα αλλάξει πολλές φορές, ανάλογα με τις επιλογές που θα κάνει. Όταν θα παντρευτεί, όταν θα κάνει παιδιά, όταν θα μεγαλώσει και θα δουλέψει και θα πληρώνει και τους φόρους του αν θες. Είναι ένα τραγούδι που αφορά την ζωή». Σε ευχαριστώ πολύ που με διαφώτισες Mark του απήντησα, αυτό περίμενα να ακούσω, διότι χρόνια το είχα απορία. Λίγο αφελής βέβαια η απορία μου αλλα αυτό σκέφτηκα…

Εκμεταλλευόμενος την παρουσία του Pete Trewavas στο “πηγαδάκι”, τόλμησα να τον ρωτήσω αν υπάρχει ελπίδα για ακόμα ένα νέο “Transatlantic” δίσκο και πότε θα βρεθεί ξανά μαζί με τους υπόλοιπους. Ο Pete με περισσή ταπεινότητα μου απαντά πως “ειλικρινά δεν έχω ιδέα αυτήν την στιγμή φίλε μου, δεν έχουμε μιλήσει για το τι πρόκειται να γίνει αλλα είμαι σίγουρος 100% πως θα κάνουμε κάτι πάλι όλοι μας. Ελπίζω δηλαδή.” Ο Steve Rothery παραδίπλα υπογράφει πραγματάκια και του πάω και εγώ τα εισιτήρια προς υπογραφή και την στιγμή που του τα αφήνω στο τραπέζι, αρπάζω και εδώ την ευκαιρία να τον ρωτήσω αν ετοιμάζει νέο σόλο δίσκο. Η απάντηση που έλαβα, ήταν θετικότατη λέγοντας πως “Ναι, βέβαια, ήδη αυτήν την στιγμή που μιλάμε ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει σε λίγο διάστημα”. Να και το λαβράκι που αλιεύσαμε και θα συνιστούσα σε όλους τους φίλους αναγνώστες πως αν δεν κατέχουν στην δισκοθήκη τον solo δίσκο του “The Ghosts of Pripyat”, να τον αποκτήσουν σύντομα διότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό instrumental αριστούργημα, τόσο πανέμορφο και τόσο μελωδικά βαθύ, που θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε ψυχή να κλάψει.

 

Έλα που όμως ο Hogarth και ο Trewavas δεν υπογράψανε ακόμη τα εισιτήρια και στην παράκληση μου γυρνώντας προς τον Steve, μου λέει πως θα με περιμένει στα σκαλιά κάτω, γιατί πρέπει να κατεβούν για να φύγουν σε λίγο όπως και ο Pete. Έλα όμως που μέχρι να μαζέψω τα πράγματα μου και να σταματήσω μια συζήτηση που μου ‘πιασαν, ήταν ήδη κάτω έτοιμοι να φύγουν και θα τους έχανα. Τρέχοντας σαν τον άνεμο του Christopher Cross, έχοντας τα συμπράγκαλα ανά χείρας να χτυπάνε πάνω κάτω σαν κουδούνες, φωνάζω και τρέχω προς το βανάκι. Steve, Pete, Steve φωνασκώ, ξανά Steve και Pete, τους προλαβαίνω τελικά. Ο Steve Hogarth γυρίζοντας λέει με ευγενικό χαμόγελο, “Εεεε, αναρωτιόμουν που ήσουν” και ζητώντας συγγνώμη του δίνω τα εισιτήρια για να υπογράψει, το ίδιο κάνει με Αγγλική περισσή ευγένεια και ο Pete Trewavas (τρομερή ψυχούλα και εξαιρετικά ήσυχος).
Δράττομαι της ευκαιρίας και του κάνω μια ερώτηση: - Να σου ζητήσω μια χάρη Steve με όλο το θάρρος; - Ναι παρακαλώ, τι θα ήθελες; - Κοίτα, ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια γενικότερα αλλα και της γυναίκας μου είναι το “Power”. Το λατρεύουμε. Θα το τραγουδήσετε σας παρακαλώ πολύ αν δεν υπάρχει πρόβλημα, διότι γνωρίζω πολύ καλά πως τα Set List σας δεν είναι καθόλου τυποποιημένα και είναι εντελώς απρόσμενα γεμάτα εκπλήξεις και σχεδόν ποτέ τα ίδια, άρα δεν ξέρω αν έχω ελπίδες. Θα το παίξετε σας παρακαλώ αν είναι δυνατόν; -“Πως είπαμε πως σε λένε;” με ρωτά. Με λένε Νίκο και είμαι από τη Ελλάδα και χαίρομαι ιδιαίτερα που σε γνωρίζω και προσωπικά Steve, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο. “Γνωρίζω πως είσαι από την Ελλάδα. Παρομοίως και σε ευχαριστώ” και σκεπτόμενος λίγα δευτερόλεπτα, γυρίζει κοιτώντας στα μάτια με το γαλάζιο διαπεραστικό του βλέμμα (ο άνθρωπος είναι απίστευτη μορφή) και ξεστομίζει το εξής: “Ναι Νίκο, θα το παίξουμε. Μην ανησυχείς”. - Αλήθεια; του απαντώ γεμάτος έκπληξη και μου γνέφει καταφατικά με το κεφάλι. Αφού τον ευχαρίστησα μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου μόνο και μόνο για αυτό που είπε (και ας μην γινόταν ποτέ) τους χαιρέτησα και έφυγαν. Η χαρά μου για όλα αυτά ήταν απερίγραπτη και παρά την σίγουρη απάντηση που μου έδωσε, είχα ένα κρυφο αγχος μηπως και τελικά δεν το παίξουν για δικούς του λόγους.

 

Είχαν μείνει αρκετές ώρες μέχρι την συναυλία αλλά πέρασαν σαν νεράκι (αν περνάς όμορφα) και έφτασε η στιγμή της συναυλίας η οποία θα ξεκινούσε στις 20:00 ακριβώς. Αφού πήγαμε κανονισμένα από τον Vassil στην κάτω πύλη του θεάτρου, μας ενημέρωσαν πως έχουν το πάσο και σε λίγο θα πρέπει να μπούμε.

Πρέπει και από δω να ευχαριστήσω τον διοργανωτή Vasill Varbanov, για την εμπιστοσύνη του, την επαγγελματικότητα του, την στήριξη του αλλα και την καλοσύνη του προς εμάς, διότι έδειξε πως είναι ένας άνθρωπος με χρυσή καρδία και αγαπά την μουσική ιδιαίτερα.

Φωτογραφίες: Νίκος Παπαδόπουλος

Read 374 times

Leave a comment