Monuments on Facebook

JETHRO TULL – Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Monday, 17 June 2019 08:09
Published in Live Reviews

Too good to rock ‘n’ roll: too old to die

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

 

 

 

Πάνε κάμποσα χρόνια από εκείνο το απόγευμα που κάθισα στο θρανίο μου για μάθημα, βλέποντας ότι κάποιος πρωινός είχε γράψει πάνω στην πράσινη επιφάνεια με καλλιγραφικά γράμματα δυο λέξεις, όχι μόνο άγνωστες σε μένα, αλλά και τελείως ακατανόητες. Όμως ο Χολαργός είχε τότε πολλούς ροκάδες. Οπότε, ρωτώντας, έμαθα πως οι λέξεις αυτές ήταν η ονομασία ενός συγκροτήματος. Κι έτσι, πολύ σύντομα είχα στο πικάπ μου έναν περίεργο κίτρινο δίσκο. Κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με τους Jethro Tull, με τους οποίους εξακολουθούμε να τα «λέμε» συχνά. 

 

 

Για την πέρα - από - το - θρύλο αυτή μπάντα, έχουν γραφτεί πάρα πολλά. Μάλιστα, κάποτε το Rolling Stone τους είχε χαρακτηρίσει ως «μια από τις πιο εμπορικά επιτυχημένες και εκκεντρικές progressive rock μπάντες». Φυσικά, οι Jethro Tull, όπως είχαμε την ευκαιρία να ξαναδιαπιστώσουμε το πολύ ζεστό αυτό Σαββατόβραδο, δεν ήταν μόνο progressive rock, αλλά και blues rock και hard rock και folk rock. Πάνω, όμως, απ’ όλα ήταν και είναι η μπάντα του Ian Anderson.

 

 

Ο σταθερά αεικίνητος «πελαργός» του φλάουτου, που γεννήθηκε στο Dunfermline της Σκωτίας και μεγάλωσε στο Edinburgh και το Blackpool, δεν παίζει μόνο φλάουτο, αλλά και κιθάρα, μπάσο, σαξόφωνο, φυσαρμόνικα, μπαλαλάικα και μπουζούκι. ‘Ωπα της! Αυτός ο τύπος, που ακόμα δεν είναι με τίποτα δυνατό να σε αφήσει αδιάφορο όταν βρίσκεται πάνω στη σκηνή, έδειξε πρόωρα το ανυπότακτο του χαρακτήρα του. Μάλιστα, πάλαι ποτέ είχε ζητηθεί η απομάκρυνσή του από το Δημοτικό Σχολείο του Blackpool, επειδή δε δεχόταν να χειροδικήσουν οι δάσκαλοί του πάνω του για συνετισμό.

 

 

Αυτός ακριβώς, γιατί δεν έχει αλλάξει καθόλου, πέρα από τα φωνητικά του που έχουν εξασθενήσει στο πέρασμα του χρόνου, ήρθε και πάλι στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού μετά από δεκαέξι χρόνια, για να γιορτάσει μαζί μας τα πενηντάχρονα του συγκροτήματός του. Και ανταπέδωσε τις ευχές μας με ό,τι ξέρει να κάνει καλύτερα: με τραγούδια, και μάλιστα με όλα όσα περιμέναμε και θέλαμε πολύ να ξανακούσουμε.

 

 

Όπως καταλαβαίνετε, ήμασταν πάρα πολλοί εκείνοι που αποφασίσαμε να του ευχηθούμε από κοντά. Μεσήλικες και άνω ροκάδες, νέα γενιά, αλλά και μαμάδες με κόρες και με γιους, που είχαν για τα καλά «πατήσει» τα τριανταπέντε. Είδα ακόμα δύο νήπια, όχι και λίγους με metal μπλουζάκια και πάρα πολλούς που είχαν έρθει για να διασκεδάσουν. Και, τελικά, αυτό έκαναν.

 

 

Η μπάντα βγήκε στη σκηνή στις 21.12’. Ένα πολύ μεγάλο μέρος του πρώτου σετ ήταν αφιερωμένο στον αγαπημένο δίσκο του Ian, το ντεμπούτο τους, το “This Was”. Ακούσαμε το “Love Story”, που αρχικά κυκλοφόρησε ως single και αργότερα «μπήκε» στο άλμπουμ, αλλά και το “A Song for Jeffrey”, το οποίο προλόγισε σε προηχογραφημένο του μήνυμα ο ίδιος ο πρώην ενταγμένος στο συγκρότημα Jeffrey, λέγοντας ότι αυτό είναι το αγαπημένο του τραγούδι. Θα έλεγα πως κι εμάς ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα της βραδιάς.

 

 

Ανάλογα μηνύματα ακούσαμε από τον Tony Iommi, ο οποίος ευχήθηκε για τα πενηντάχρονα αμέσως πριν από το εξαιρετικά εκτελεσμένο “Bourrée in E Minor” του Johann Sebastian Bach. Πριν από το τελευταίο τραγούδι του δεύτερου σετ, που ήταν το μυθικό “Aqualung”, ακούσαμε τον Slash να λέει ότι το θεωρεί ως ένα από τα καλύτερα τραγούδια του rock ‘n’ roll.

 

 

Η όντως τραγουδάρα αυτή, που ξεσήκωσε το κοινό (και μια «ώριμη» ηλικιακά κυρία εξακολοθούσε πολλή ώρα αργότερα να την τραγουδά χορεύοντας στο σταθμό του μετρό, καθώς περιμέναμε το συρμό ενώ ο εικοσπιπεντάρης γιος της προφανώς ντρεπόταν γι’ αυτό και μιλούσε δήθεν αδιάφορος στο τηλέφωνό του), φανέρωσε περισσότερο το ότι η φωνή του Ian έχει γνωρίσει σαφώς καλύτερες μέρες. Η δυναμική όμως του τραγουδιού αυτού, όπως και του μοναδικού encore της βραδιάς “Locomotive Breath”, ήταν τέτοια, που κανείς δεν «κόλλησε» σε αυτήν τη λεπτομέρεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακούσαμε ακόμα το “For a Thousand Mothers”, την αυθεντική μπλουζιά του “Some Day the Sun Won't Shine for You” με φυσαρμόνικα και κιθάρα και το “Sweet Dream”. Το “Dharma for One” είχε ένα drum solo, που είχε προαναγγείλει έμμεσα ο Ian, ενώ το πιο πλήρες τραγούδι της βραδιάς για μένα ήταν το “Beggar's Farm”. Ειδικού προλόγου έτυχε το “My God”, για τους στίχους του οποίου «απολογήθηκε» ο Ian, παίζοντας στη συνέχεια κλασική κιθάρα και πληροφορώντας μας ότι είχαν αδίκως παρεξηγηθεί στην εποχή τους. Το πρώτο μέρος έκλεισε με ένα απόσπασμα από το “Thick as a Brick”, ενώ η ώρα είχε πάει 22.04’.

 

 

Η επάνοδος έγινε σε εικοσιτρία λεπτά με το “Too Old to Rock 'n' Roll: Too Young to Die” (αυτοσαρκαζόμενος προφήτης από το 1976, έτσι;) που «ξύπνησε τα αίματα» και ακολούθως με το παραδοσιακό “Pastime With Good Company”, που έγραψε ο Ερρίκος ο VIII το 16ο αιώνα. Η εκτέλεσή του ήταν πολύ καλή, με την κιθάρα να ακούγεται σαν του μέγιστου Andrew Latimer των Camel, έτσι όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στα άλμπουμ “Rajaz” και “Dust and Dreams”. Το άτυπο best of συνεχίστηκε με το άψογο “Songs from the Wood”, το “Heavy Horses”, το “Ring, Solstice Bells” και το “Farm on the Freeway”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ώρα είχε πάει 23.16’, όταν έσβησαν τα υπέροχα επτά λεπτά του “Locomotive Breath”, αλλά όχι και η βεβαιότητα πως θα δούμε τους Jethro Tull ξανά στη χώρα μας.

Photos by Chris Kissadjekian

 

Read 226 times

Leave a comment