Monuments on Facebook

RELEASE ATHENS FESTIVAL: New Order, Johnny Marr, Morcheeba, Fontaines D.C,Ta Toy Boy, Αθήνα, Πλατεία Νερού, Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Tuesday, 18 June 2019 18:27
Συντάκτης:
Published in Live Reviews

Περίμενα να περάσει μία ημέρα, να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα και να μείνουν πιο στέρεες οι εντυπώσεις...

Περιγράφει η Jane Σαμπανίκου

Παραδέχομαι ταπεινά ότι, ενώ υποκλίνομαι στη δυναμική της περίφημης σκηνής του Manchester, δεν είμαι ιδιαιτέρως συμβατή με το ιδίωμα. Δεν ήταν ωστόσο αυτός ο λόγος που η βρετανο-ιρλανδική μέρα του Release Festival με πότισε χαρά και φαρμάκι. Το μικρό πικρό ποτήρι το ήπια στο τέλος, στους New Order. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή… Οι δρόμοι προς το υπέροχο συναυλιακό χωριό της Πλατείας Νερού την Κυριακή 18/6 το απόγευμα ήταν άδειοι. Τα συστατικά του ελληνικού καλοκαιριού ήταν όλα εκεί: ανελέητος ήλιος, ζέστη, η μυρωδιά της θάλασσας, τα κατάρτια από τα σκάφη στη μαρίνα του Φαλήρου να κεντρίζουν τον ορίζοντα. Οι λιγοστοί παρευρισκόμενοι κατέφευγαν όπως-όπως σε μέρη σκιερά μιας και στο τσιμέντο έψηνες αυγό.

Οι Ta Toy Boy που ξέρουν τόσο από Βρετανία όσο και από Ελλάδα, ντυμένοι κομψά μα και ανάλαφρα λόγω της ώρας, ήταν το ιδανικό εγχώριο σχήμα για να ανοίξουν αυτήν την ημέρα του Release. Οι έμπειροι από τη θητεία τους σε άλλα σχήματα Θεσσαλονικείς με ένα album στο ενεργητικό τους (“This Town”) έχουν αφομοιώσει θαυμάσια τους ‘80s-‘90’ indie pop-rock ήχους, κυρίως του Manchester και του Bristol και το απέδειξαν με το παραπάνω.

 

 

Έναν ολόφρεσκο δίσκο έχουν και οι Ιρλανδοί Fontaines D.C. (“Dogrel”) τον οποίο παρουσίασαν σχεδόν ολόκληρο και κατάφεραν να σηκώσουν και να ξεσηκώσουν τους θεατές. Για δεύτερη φορά στη χώρα μας μέσα σε λίγους μήνες, οι νεαροί Ιρλανδοί ήταν εξαιρετικοί. Ένα από τα πλέον ελπιδοφόρα σχήματα της post- punk, post-alternative, όπως θέλετε πείτε το τέλος πάντων αυτό το χειμαρρώδες κιθαριστικό είδος, έχει ήδη αποκτήσει κοινό στη χώρα μας μιας και αρκετοί ήξεραν καλά τα τραγούδια τους.

 

 

Οι υπόλοιποι χαρήκαμε πολύ που τα μάθαμε και που είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα νέο ανερχόμενο, δυνατό σχήμα στην εποχή του.
Όλοι με γυαλιά ηλίου, με ξεκούμπωτη μπλε φόρμα εργασίας ο τραγουδιστής και αυτήν την χαρακτηριστική ιρλανδική προφορά, δεν μας πολυμίλησαν είναι η αλήθεια, σα να ΄μασταν λίγο τσακωμένοι, αλλά μας συνεπήραν με την ενέργεια τους. Ένα μπουλούκι νοματαίοι ήμασταν από κάτω και περάσαμε τόσο καλά που ανυπομονούσαμε να τρίψουμε την εμπειρία μας στα μούτρα όσων ολιγώρησαν και κατέφθασαν στο festival πιο αργά. Όσοι τους χάσατε, πραγματικά χάσατε.

 

 

Κι από την νεολαία και τα γκάζια της Ιρλανδίας στις ατμοσφαιρικές trip-hop funk soul μουσικές των Morcheeba και στην υπέροχη Skye Edwards. Οι Morcheeba είναι πλέον οικογενειακή υπόθεση της Skye μιας μπορεί στην κιθάρα να είναι ο Ross, ο ένας εκ των δύο Godfrey (που υπήρξαν ιδρυτικά μέλη), αλλά στο μπάσο είναι ο άντρας της, Steve Gordon, και στα τύμπανα ο Jaega, το ένα από τα τέσσερα παιδιά τους. Η ίδια η Skye είναι ένα έργο τέχνης. Σαγηνευτικά όμορφη, αφάνταστα γοητευτική, μας τύλιξε με τα μάγια της και μας άφησε να την κοιτάμε αποσβολωμένοι λιώνοντας από τη γλύκα, το βελούδο της φωνής της και τη ζέστη του απογεύματος. Το νεφοσκέπαστο ηλιοβασίλεμα και η θάλασσα μαγνήτισαν το δικό της βλέμμα.

 

 

Μια μαύρη καρυάτιδα με αρχαιοελληνικές αναφορές στο επίσης μαύρο outfit που έφτιαξε με τα χεράκια της (η Skye είναι σχεδιάστρια και ράβει η ίδια τα ρούχα για τις εμφανίσεις της) δεν παρέλειψε να επισημάνει την ομορφιά που έβλεπε μπροστά της. Γενικά οι Morcheeba παίρνουν αβίαστα το βραβείο styling του festival μέχρι τώρα, και δυσκολεύομαι να σκεφτώ ποιος θα τους κατεβάσει από το βάθρο. Στο setlist τους τα κομμάτια από το ανυπέρβλητο Big Calm του 1998 όπως το “The Sea” και το “Blindfold” είναι αυτά που μας βύθισαν σε ένα σύννεφο γλυκιάς νοσταλγίας ενώ τα “Blaze Away” και το εναρκτήριο “Never Undo” μας σύνδεσαν με το παρόν. Το «Let’s Dance” του Bowie, μια στροφή από το Summertime του George Gershwin αποκάλυψαν κάποιες από τις αναφορές τους.

 

 

Και με το “Rome Wasn’t Built in a Day” μας αποχαιρέτησαν αφήνοντάς μας ένα ηλίθιο χαμόγελο στα χείλη. 

 

Το σκοτάδι βρήκε τον Johnny Marr και την κιθάρα του επί σκηνής. Ο κιθαρίστας των θρυλικών Smiths συσπείρωσε τους πάντες. Ο περισσότερος κόσμος είχε ήδη έλθει για να απολαύσει τόσο δικές του επιτυχίες από τα τέσσερα προσωπικά άλμπουμ όσο και ύμνους των Smiths. Για ανθρώπους που δεν τους έχει ταιριάξει ο Morrissey –όπως εγώ- ήταν η ιδανική συνθήκη. Ξέρω ότι αρκετοί που διαβάσατε την παραπάνω πρόταση έχετε ήδη πάθει κάτι σαν μικρή επιληψία και οι πιο φανατικοί με τον Morrissey από εσάς απεργάζεστε τρόπους να μου βουλώσετε το στόμα. Εγώ πάντως απόλαυσα την καλύτερη εκτέλεση του “Big Mouth Strikes Again” που θα μπορούσα.
Ο χαρακτηριστικός ήχος της κιθάρας του Marr και η δεξιότητά του σε συνδυασμό με τον καταπληκτικό συνολικά ήχο της διοργάνωσης απογείωσε το show του.

 

 

Γι αυτό και φίλοι που τους έλειψε ο Morrissey από τα κομμάτια των Smiths το ξεπέρασαν γρήγορα, μιας και ο Marr δεν τους άφησε πολλά περιθώρια να μελαγχολήσουν. Σαν να άνοιξε τη μεγάλη τσάντα και να έβγαλε το μικρό τσαντάκι ο Marr είχε την έμπνευση να συμπεριλάβει στο set και δύο τραγούδια των Electronic, της μπάντας που έχει ιδρύσει μαζί με τον Bernard Sumners των Νew Order, αξιοποιώντας την παρουσία του δεύτερου εκεί και ανεβάζοντάς τον μαζί του στη σκηνή! Οι κορυφαίες στιγμές για εμένα ήταν τόσο το δικό του εθιστικό “Easy Money” όσο και μια καταπληκτική εκτέλεση του “I feel you” των Depeche Mode. Με φάτσα που φέρνει στον Τσαουσόπουλο, ανεκδιήγητα british style πουκάμισα και το μπιτλομαλλί που δεν θα φύγει ποτέ από τη μόδα για τους Άγγλους ο Johnny Marr και η μπάντα του ίσως ήταν οι ουσιαστικοί headliners της βραδιάς μιας και η συνέχεια μας σέρβιρε το πικρό ποτήρι…
Ένα εμβληματικό στο είδος του συγκρότημα εγείρει και προσδοκίες.

 

 

Αυτές άρχισαν να διαψεύδονται από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε ο Sumners πίσω από το μικρόφωνο. Εντάξει, και στις στούντιο ηχογραφήσεις δεν τον λες και Tom Jones (με τον οποίο έχουν μάλιστα συνεργαστεί) αλλά αυτή η απόδοση με έκανε να αναρωτιέμαι αν έχει κάποιο πρόβλημα υγείας. Η φωνή του απλά δεν έβγαινε, κι όταν έβγαινε δεν ήθελες. Στο παραμικρό σήκωμα της νότας ένιωθα τα σφραγίσματα στα δόντια μου. Ίδια η δυσκολία και με την κιθάρα. Μετά μάλιστα από τη βιρτουοζιτέ του Marr, η μάχη του Sumners με το όργανο μου έπεσε κάπως βαριά. Η κατάσταση βελτιωνόταν όταν άφηνε την κιθάρα και έπιανε απλώς το μικρόφωνο στα πιο κλαμπίστικα κομμάτια τους. Περιορισμένη ήταν και η κίνησή του, πιο νωχελική από New Order, πιο Morcheeba. Και μη μου πει κανείς για την ηλικία.

 

 

Έχουμε δει πολλούς στην ηλικία του να μας αρπάζουν από τα μαλλιά να μας φέρνουν δυο βόλτες και να μας αφήνουν ξέπνοους σε μια γωνιά να αναρωτιόμαστε από πού μας ήλθε. Θέλετε να θυμηθούμε τον Ίγκαρο που είδαμε λίγες μέρες πριν για παράδειγμα; Που ρίχνει στον Sumners και δέκα χρόνια. Είχα να στεναχωρηθώ έτσι με frontman από την τελευταία φορά που είχα δει live τον –άρρωστο- Ian Gillan.

 

 

Δεν ήταν όμως μόνο ο frontman που δεν κατάφερνε να ανταπεξέλθει. Για λίγα τραγούδια στην αρχή η μπάντα έμοιαζε συνολικά λίγο ασύνδετη, λίγο αλλού. Ωστόσο ο καταπληκτικός ήχος, η ένταση της electro, το φαντασμαγορικό light show, η ντισκόμπαλα, τα ψαγμένα graphics, τα video projects, το λαμπερό φεγγάρι και ο… ντράμερ έσωσαν τη μισή συναυλία.

 

 

Την άλλη μισή την έσωσε η δίψα του κοινού για τους New Order, η αγάπη τους για τους ύμνους των Joy Division, η επίκληση στο συναίσθημα με την αξέχαστη μουρίτσα του Ian Curtis στο video wall και η old school ‘80s χορευτική ατμόσφαιρα που στέκεται θαυμάσια ακόμη και σήμερα.

Photos by Tilemachos Kouklakis

 

Read 74 times

Leave a comment