Monuments on Facebook

"EJEKT FESTIVAL" : THE CURE, MICHAEL KIWANUKA, RIDE, KHRUANGBIN, THE STEAMS – Πλατεία Νερού, Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Saturday, 20 July 2019 09:22
Published in Live Reviews

Your trust the most gorgeously… clever thing I ever cut in the world.

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Είναι μάταιο. Τελεία.

Ξέρεις καλά πως δε γίνεται. Απλά, δε μπορείς να περιγράψεις μια μυρωδιά που άντεξε στο πέρασμα του χρόνου και ακόμα έχει τη δύναμη να σε κατακλύζει με χιλιάδες όμορφα συναισθήματα. Και η μυρωδιά της ανάμνησης του Rock in Athens δε μοιάζει με κανενός άλλου μουσικού φεστιβάλ. Όχι τόσο επειδή αυτό συνέβη στις 26 κι 27 Ιουλίου του πανέμορφου 1985, ούτε επειδή στις δύο νύχτες του συμμετείχαν συγκροτήματα που βρίσκονταν στην ακμή τους. Ούπς! Να, λοιπόν, που έπεσα στην παγίδα και προσπάθησα να περιγράψω τη «μυρωδιά». Θα μπρούσα να σταματήσω στην αναφορά της χρονιάς και να έχω πει ό,τι γίνεται να περιγράψω.

Θα μπορούσα, επίσης, να πω ότι πάρα πολλοί από εμάς είχαμε το προνόμιο να δούμε, μεταξύ άλλων, να παίζουν στο Καλλιμάρμαρο οι The Clash, Talk Talk, The Stranglers και Depeche Mode. Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Διότι με επισκεφτηκε και πάλι αυτή η μυρωδιά. Ο λόγος της επίσκεψης ήταν ότι τότε, μαζί με τους παραπάνω, είχαμε απολαύσει τους The Cure. Όπως ακριβώς και το βράδυ της περασμένης Τετάρτης. Που ήταν τόσο καλό όσο κι εκείνο της 27ης Ιουλίου του 1985.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Δεν τα λες και λίγα δεκαπέντε χρόνια. Τόσα συμπλήρωσε το EJEKT Festival και τα γιόρτασε με μια σημαντική βραδιά. Ο κόσμος που συνέτρεξε ήταν πολύς. Πάρα πολύς! Και είχε για σύμμαχο το δροσερό αεράκι, που έκανε ευχάριστη την παραμονή στην Πλατεία Νερού και υποφερτή τη δεδομένη παρουσία του ζημιάρη ήλιου. Μάλιστα, ευτυχώς για άλλη μια φορά οι προβλέψεις του δελτίου καιρού αποδείχτηκαν... Ελληνικές, με αποτέλεσμα η πλατεία να μην επιβεβαιώσει στην πράξη το όνομά της. Στεγνά, δροσερά και κεφάτα, λοιπόν.

Το συγκεντρωμένο πλήθος ήταν όλων των ηλικιών και ευχάριστα ετερόκλητο. Χάζευα τα μπλουζάκια που φορούσαν διάφοροι τύποι και διασκέδαζα πολύ. Το μενού ειχε Exploited, Mogwai, Massive Attack, Jesus and Mary Chain, Nirvana, Ramones, Joy Division και άπειρα άλλα... σχετικά.

The Steams

 

 

Το χορό άνοιξαν σύμφωνα με το πρόγραμμα στις 17.15’ ακριβώς οι δικοί μας The Steams, που είχαν παίξει πριν τον Peter Murphy τον περασμένο Δεκέμβριο. Η μπάντα «πήρε αμέσως μπροστά», παρά τον εκτυφλωτικό για τα μάτια της ήλιο, χαρίζοντάς μας όμορφες ψυχεδελικές rock στιγμές κυρίως από το “Wild Ferment”. Ξεχώρισα το αρχικά ήπιο “Ever Lasting”, που στη συνέχεια κορυφώθηκε, εκτελεσμένο ελαφρώς δυνατότερα από ό,τι περιμέναμε.

 

 

Όσο προσανατολισμένη στα west coast πρότυπα είναι η μουσική τους, άλλο τόσο (με σαφείς προοπτικές βελτίωσης) είναι και εμφάνισή τους ενδυματολογικά, με σατέν και φαρδιά ριγωτά πουκάμισα (προοικονομία: αν ήμουν η Siouxsie θα έλεγα με ύφος μπλαζέ πως το δικό μου ριγωτό είναι καλύτερο - όσοι έχετε υπομονή θα καταλάβετε παρακάτω τι εννοώ).

 

 

Κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη επιρροή τους είναι οι «συντοπίτες» τους μέγιστοι Love, που είπαν πάρα πολλά με πάρα πολύ λίγα. Τα τραγούδια των The Steams ήταν καλά παιγμένα και κινούνταν σε ένα σχετικά ευρύ φάσμα, που ξεκινούσε από τον Tim Buckley και έφτανε στους επίσης λατρεμένους Tea Party, χωρίς όμως τις εμφανείς Led Zeppelin επιρροές τους. Στις 17.42’ η μπάντα μας αποχαιρέτησε τρία λεπτά πριν τη λήξη του προγραμματιμένου χρόνου που είχε στη διάθεσή της, δημιουργώντας καλύτερη εντύπωση από τους Khruangbin, που ακολούθησαν.

Khruangbin

 

 

Η ώρα ήταν 18.01’ όταν βγήκαν στη σκηνή ο δεξιοτέχνης κιθαρίστας Mark Speer (η μαμά μου θα έλεγε ότι είναι φτυστός ο Rick James, αν τον ήξερε), η εντυπωσιακή Laura Lee στο μπάσο (προλαβαίνω τους κακεντρεχείς, λέγοντας ότι το επίθετο «εντυπωσιακή» αναφέρεται σε αυτήν μόνο ως μπασίστρια - δε σας έπεισα, ε; Κι όμως, έπαιζε κι αυτή πολύ καλά) και ο Donald Ray "DJ" Johnson Jr. στα ντραμς. Η μπάντα από το Houston του Texas έδειξε από την αρχή τις εκτελεστικές δυνατότητές της, παίζοντας τραγούδια από το κατά βάση ορχηστρικό (το τραγούδι της Laura δεν ήταν κάτι παραπάνω από ψίθυρος) και γεμάτο από ethnic επιρροές dub, funky, reggae, soul, ψυχεδελικό rock μείγμα της, που κάποιοι συγκαταλέγουν στο Thai funk, όπως αυτό έχει εδραιωθεί μέσα από το “The Universe Smiles Upon You” και το “Con Todo El Mundo”.

 

 

Το ενδιαφέρον -τουλάχιστον για μένα- είναι το ότι η μουσική τους, όπως κι αν την αποκαλέσετε, χαρακτηρίζεται από το «βαρύ» μπάσο, αν και επιδερμικά κυριαρχεί η κιθάρα. Έπαιξαν τα τραγούδια τους αρκετά «διαφορετικά» από τους δίσκους, σαφώς πιο περίτεχνα και ίσως φλύαρα στην κιθάρα, αλλά και πιο up beat. Αυτό εξισορρόπησε το γεγονός ότι εμφανίζονταν σε «δύσκολη» ώρα, με τον ήλιο να μη συμβάλλει όσο το σκοτάδι στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Η αδυναμία τους στην πράξη είχε να κάνει με το ότι οι συνθέσεις ακούγονταν ελαφρώς μονότονες, τουλάχιστον μέχρι τις 18.33’.

 

 

Στο πρώτο μισό, λοιπόν, ακούσαμε πολλές επιρροές από τους Santana, παρά την παραμορφωση και τα διάφορα άλλα εφε, αλλά και κάτι από τους Badbadnotgood, αν οι τελευταίοι ήταν λίγο περισσότερο funky. Κάποιοι δίπλα μου παρακαλούσαν να φυσήξει πιο πολύ, για να γίνει πιο αποκαλυπτικό το ούτως ή άλλως τολμηρό ροζ φόρεμα της Laura. Αχ, πεζοί, τύποι. Δε δέχομαι καν να σας ψέξω... Πού πήγε το μυαλό σας, βρε; Ύστερα όμως τα πράγματα έγιναν πιο funky και ήρθε το πρώτο αληθινά θερμό χειροκρότημα. Καλή 70s funk, με εμφανείς jazzy πινελιές και την κληρονομιά των Funkadelic παρούσα. Η ατμόσφαιρα έγινε καλοκαιρινή και διατηρήθηκε έτσι μέχρι τις 18.59’, που μας αποχαιρέτησαν.


Ride

 

 

Πραγματικά, αυτοί που είχαν έρθει και για τους Ride ήταν πολλοί. Κι αυτό φάνηκε από νωρίς. Έχοντας περάσει από την προηγούμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα τόσα χρόνια όσα απαιτούνταν (τον παλιό εκείνο τον καιρό) για να βγει κανείς σε πρόωρη σύνταξη, δεν περίμεναν ούτε οι ίδιοι τέτοια ανταπόκριση του κοινού. Γι’ αυτό μας ευχαριστούσαν συχνά, επιβεβαιώνοντας την ευγενή εξ Οξφόρδης καταγωγή τους. Ο Andy Bell το καταχάρηκε, όσο κι εμείς. Μετά από την εμφάνισή τους, όποιον κι αν ρώτησε η γοργόνα, η απάντηση ήταν ότι τα “Nowhere” και “Going Back Again” ζουν και βασιλεύουν. Ιδιαίτερα τη βραδιά αυτή, που αποσπάσματά τους ακούστηκαν πιο δυνατά από ό,τι στις στούντιο ηχογραφήσεις.

 

 

Στις 19.17’ βγήκαν και ένα λεπτό αργότερα, υπό τους ήχους του “Future Love”, ξέραμε ήδη πόσο καλά θα περάσουμε. Το shoegaze θα γινόταν stargaze. Κι έτσι άρχισαν τα “its been a long time Athens” και μετά τα “you are a great audience” και τα “ well, this is nice”. Ναι, ρε φίλε, ήταν όντως. Στο “Lannoy Point” η rhythm section πυροβολούσε και το κοινό έδειξε άμεσα πόσο το εκτίμησε αυτό. Τι να πρωτοπώ; Πάρε και αγριεμένο το “Seagull”, το “Taste”, το τρομερά εκτελεσμένο “Vapour Trail”, και το “Dreams Burn Down”. Αλλά και διάφορα άλλα. Τι κι αν ο ντράμερ φορούσε μπλουζάκι The Ramones; Κανένα πρόβλημα για να ακουστεί κι ο ήχος του Manchester, πιο ψυχεδελικός και δυνατός από ποτέ.

 

 

Χρειάζεται, αλήθεια, να πω τι έγινε στο “Leave Them All Behind”; Ναι, καλά... Χαμός! Όλο το σετ τους ήταν εξαιρετικό και σταθερά ποιοτικό. Ξεχώρισα και το “Charm Assault”, το οποίο, όσο κι αν τραγουδούσες το στίχο του “get out of my brain”, τόσο πιο πολύ αρνιόταν να φύγει. Δεν ήθελες να τελειώσει! Για το τέλος έπαιξαν το “Kill Switch” από το νέο τους άλμπουμ “This Is Not a Safe Place”, που ανυπομονούμε να ακούσουμε. Κατέβηκαν από τη σκηνή στις 20.10’.
“Leave Them All Behind”, ρε μάγκες!

Michael Kiwanuka

 

 

Ο Michael Samuel Kiwanuka είναι πολύ αγαπημένος εδώ. Το ξέραμε και το διαπιστώσαμε και πάλι. Όπως, επίσης, ξέραμε και τι περιμένουμε, βάσει της προηγούμενης πολύ καλής εμφάνισής του. Η μόνη επιφύλαξη είχε να κάνει με το πώς θα επηρέαζε ο ανοιχτός συναυλιακός χώρος την πιο ήπια και ευαίσθητη πλευρά της μουσικής του. Τελικά, όντως, αν και η μουσική του μπορεί να ξεδιπλωθεί πλήρως μόνο σε κλειστό χώρο, αποδείχτηκε ότι και ο ανοιχτός της πάει αρκετά. Ιδίως, αν υποστηρίζεται από το βαρύ πυροβολικό τέτοιας πιο-70s-δε-γίνεται χωρωδίας. Κορίτσια, respect. Πολυαγαπημένε μου Michael, κλείσε για λίγο τα αυτιά σου: Οι δύο αυτές τύπισσες, των οποίων δυστυχώς δε συγκράτησα τα ονόματα όταν τα είπε ο Michael, επεσκίασαν ακόμα κι εσένα. Ε, Michael! Μπορείς να τα ανοίξεις πάλι. Να το πω αλλιώς; Ήταν ό,τι πιο κοντινό υπάρχει σήμερα στη μία και μόνη θεά Clare Torry. Μισό λεπτό να προσκυνήσω... Εντάξει. Πάμε παρακάτω.

 

 

Τι άλλο ξέραμε; Ότι η μουσική του Kiwanuka είναι εξαιρετική. Όπως και το ότι η όλη σεμνή (γιατί σας ξενίζει αυτή η υπέροχη λέξη;) παρουσία του την κάνει ακόμα καλύτερη. Της δίνει τη δυνατότητα να σου μιλά πιο άμεσα και να πιστεύεις περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως τους στίχους που την πλαισιώνουν. Η μπάντα του βγήκε στις 20.45’ και ξεκίνησε με το “One More Night” σε μια πιο ροκάδικη εκδοχή. Μετά το “Place I Belong” ο Michael μας ρώτησε αν είμαστε έτοιμοι για soul music κι εμείς απαντήσαμε καταφατικά. Ακούσαμε το φρέσκο “Money”, που ναι μεν δεν ήταν «όλα τα λεφτά» της βραδιάς, αν και πολύ καλό. Δηλαδή, πώς θα μπορούσε να πρωτεύσει κόντρα στο μεγαλείο τραγουδιών όπως το ατόφιο 70s ξεσηκωτικό σούπερ funky “Black Man in a White World” (όλοι είμαστε, φίλε). Το κοινό έδειξε την προτίμησή του όχι μόνο στο υπέροχο κιθαριστικό του σόλο, αλλά και στο ρεφρέν που το τραγούδησε στο τέλος χτυπώντας ρυθμικά τα χέρια του, χωρίς μουσική υπόκρουση. Το ίδιο ισχύει και για το τρελά αγαπημένο “Rule the World”, στο οποίο τα φωνητικά της μιας κοπέλας ήταν συγκλονιστικά.

 

 

Στο “One More Night” οι γυναίκες τραγουδούσαν με τρόπο που μόνο στους παμμέγιστους Chic (ακολουθεί εδαφιαίο προσκύνημα) έχουμε ακούσει, δημιουργώντας μια πανένορφη αίσθηση, ενώ στο “Home Again” ξύπνησαν οι μνήμες από την εκπληκτική ήπια πλευρά της soul των Silver Convention (ναι, γελάστε όσοι ξέρετε μόνο το Get Up and Boogie…). Στο δε "You've Got Nothing to Lose" τα κορίτσια μας μάγεψαν και πάλι και ιδιαίτερα στο σβήσιμό του. Για το φινάλε επέλεξαν το συγκλονιστικό “Love & Hate”, που απογειώθηκε κυρίως από ξέρετε-εσείς-ποιες και δευτερευόντως από το κιθαριστικό σόλο και τη δυνατότερη rhythm section. Η ώρα είχε πάει 21.46’ και η ανυπομονησία στα ύψη. Κι αυτό το ξέρετε, φαντάζομαι...

The Cure

 

 

Η ώρα είχε πάει 22.27’ και είχε εδώ και ώρα νυχτώσει για τα καλά. Όπως έπρεπε. Όπως και στα γεμάτα από ζωογόνα καταχνιά 80s. Η ανυπομονησία του κοινού είχε κορυφωθεί και υπήρχε διάχυτη στην ατμόσφαιρα η αίσθηση ότι κάτι πολύ καλό επρόκειτο να συμβεί. Τα μέλη της μπάντας βγήκαν στη σκηνή με την αεικίνητη παλιοσειρά Simon Gallup να δεσπόζει στο μπάσο, τον Roger O'Donnell να στέκεται αρχοντικά πίσω από τα keyboards, τον Jason Cooper να χαλάει κόσμο με τα επιβλητικά τύμπανά του, την ήρεμη δύναμη Reeves Gabrels στην κιθάρα και, φυσικά, τον απόλυτο σταρ της βραδιάς Robert Smith στα φωνητικά και σε διάφορα όργανα.
Μια και ο λόγος για τον Smith, επιτρέψτε μου να εκφράσω την εκτίμησή μου στο απίθανο αυτό «χοντρό παιδί», κατά τη δήλωση της όχι-και-τόσο-ευγενικής-και-μάλλον-ζηλιάρας Siouxsie. Μια εκτίμηση, που ξεπερνά τις μουσικές του ικανότητες και σχετίζεται με την όλη στάση του, η οποία μέχρι τώρα φανέρωσε έναν καλλιτέχνη παγκόσμιας εμβέλειας, που δεν έστρεψε ποτέ πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας με κανέναν από τους κλασικούς εύκολους τρόπους, όπως των (εξωσυζυγικών) ερωτικών σχέσεων, των ναρκωτικών ή της τόσο τρελά αγαπημένης από το κοινό κακίας. Εδώ μιλάμε για ένα σπάνιο σταρ, που αγάπησε πολύ τη μουσική και μας απέδειξε πόσο πολύ απολαμβάνει ακόμα το να τη μοιράζεται μαζί μας.

 

 

Τώρα, λοιπόν, που τον εκθείασα, ας πω έμμεσα το παράπονό μου για όσα, για άλλη μια φορά, δεν άκουσα. Ο καλύτερος δίσκος τους, αλλά και ένας από τους καλύτερους της δεκαετίας του ’80, ήταν το “Pornography”, one hundred years κι αν περάσουν. Αλλάζω θέμα, γιατί αλλιώς μόνο τις εντυπώσεις μου από το live δε θα διαβάσετε.
Το “Plainsong” αποδείχτηκε, για άλλη μια φορά, ως μια εξαιρετική εισαγωγή. Ο κόσμος δεν ήθελε και πολλά για να εκδηλωθεί, όπως και ο Robert, που του έστειλε ένα φιλί στη μέση του τραγουδιού. Ναι, ναι: «ήρθαμε να σε δούμε και σίγουρα θα περάσουμε καλά» φάση, όπως και «αχ, τι ωραία που θα παίξω μπροστά σε τόσους φίλους». Καταλάβατε. Όσοι λίγοι αμφέβαλλαν, σιγουρεύτηκαν μετά το “Picrures of You”, Η φωνη του Bob δεν ήταν καλή. Απλά, ήταν άριστη. Δε λέω καλύτερη από παλιά, γιατί δε θα με πιστέψετε. Στο “High” τα μάτριξ επικεντρώθηκαν περισσότερο στο αυθεντικό κούρεμα - γλάστρα του Cooper. Βλέποντάς το, πήγα ασυναίσθητα να κουμπώσω το γιακά του πουκαμίσου μου, αλλά θυμήθηκα αμέσως ότι φορούσα μπλουζάκι. Πιο 80s πεθαίνεις!

 

 

 

Μόνη παρηγοριά για κάθε λάτρη του “Pornography” ήταν το “Just One Kiss”, το οποίο, πώς να το κάνουμε, θυμίζει (λίγο) το “Hanging Garden” (κλαψ, όλα σε θυμίζουν, καλό μου αλμπουμάκι). Τα παιδιά όμως από κάτω θέλαμε και κανένα πιο γνωστό, οπότε νά ‘σου το “Lovesong” και αμέσως μετά το “Last Dance”, φανερώνοντας την μεγάλη αδυναμία που τρέφει ο Bob στο “Disintegrate”. Χρειάζεται να ξαναπώ πόσο καλά περνούσαμε όλοι, οι πάνω στη σκηνή και οι κάτω στα τσιμέντα; Μάλλον, όχι. Μετά ήρθε το “Burn” και ακολούθησε το “Fascination Street”, στο οποίο το τρομερο μπάσο του Gallup μας θύμισε (λες και θα το ξεχνούσαμε) γιατί το post-punk και το new wave ήταν τόσο, μα τόσο, καλά μουσικά είδη.

 

 

Η wah wah κιθαριστική εισαγωγή του “Never Enough”, αλλά και το “Push”, συνέχισαν στο ίδιο υψηλό επίπεδο, για να ακολουθήσει γενικός ξεσηκωμός με τα “In Between Days” και “Just Like Heaven”, που για ευνόητους λόγους δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να σχολιάσω. Ναι, σιγά μήπως δεν πω κάτι: αν τότε ήταν απίστευτα, σκεφτείτε πώς ακούγονται σήμερα. «Δείξε μου πώς κάνεις αυτό το κόλπο... κι εγώ σου υπόσχομαι ότι θα το σκάσω μαζί σου». Όχι όμως αμέσως, γιατί δεν ήθελα να χάσω το πολύ καλό “From the Edge of the Deep Green Sea”. Άντε και το “Shake Dog Shake”, για να μην κλαίει.
Δε νομίζετε πως είχε έρθει η ώρα για τα λατρεμένα; Πάμε λοιπόν, με το διαχρονικό κόλλημα “A Night Like This”, στο οποίο ο Bob μπέρδεψε προς στιγμή το παραλλαγμένο ρεφρέν, αλλά το ίσιωσε σύντομα. Του είπα: «Μη στενοχωριέσαι, φίλε. Κι εγώ κάποιες φορές αντί για το “Your trust…” (που «πείραξα» στον υπότιτλο) έλεγα πρώτα το “For always…”. Δεν ξέρω όμως αν με άκουσε. Ήταν αρκετά μακριά. Κι έτσι, φτάσαμε στη βαθιά υπόκλιση: οι νότες του “Play for Today” δε μπορούν να σε αφήσουν ασυγκίνητο, ιδιαίτερα αν το 1980 ήσουν ζωντανός και είχες ξεμπερδέψει από τις πάνες. Πιο μεγαλειώδες (εννοείται, εκτός του “Pornography”) δύσκολα γίνεται. Ή, μάλλον, γίνεται μόνο με το επόμενο.

 

 

Όταν έσβηνε το “Play for Today” γύρισα πίσω και είπα στον Κωστή: «Τώρα το “A Forest”». Καλέ μου φίλε που μοιάζεις στην (ούτως ή άλλως αγαπημένη Siouxsie που λέγαμε παραπάνω), σε διαβεβαιώ ότι δεν είχα δει καθόλου πριν τη συναυλία τις προγενέστερες setlists των The Cure. Αν λέω ψέματα, τότε να μην ξανακούσω ποτέ «Μια Περίεργη Μέρα, Κρύα, στον Κρεμαστό Κήπο, που ήταν ένα Ξόανο, Σιαμαία Δίδυμα και νιώθωντας Ένα Βραχυπρόθεσμο Αποτέλεσμα να διαρκεί Εκατό Χρόνια». Τώρα που πείστηκες, προσπάθησε να φανταστείς τι έγινε στην αργόσυρτη εισαγωγή του Δάσους και τι ακολούθησε όταν το διθυραμβικό μπάσο συνόδευε τον τρόμο του αοιδού και την αγωνία του για το κορίτσι που τελικά δεν ήταν ποτέ εκεί “I'm running towards nothing / Again and again and again and again…” Δεν ξέρω αν οι άλλοι, εκτός από τους γύρω μου τραγουδούσαν τους στίχους αυτούς, αλλά... ξέρω. Έγινε αληθινό χάος! Όπως άξιζε σε μια τέτοια τραγουδάρα.

 

 

Τώρα, τι να έλεγαν μετά; Δηλαδή, εγώ ξέρω, αλλά δε θα το ξαναπώ. Η αλήθεια είναι ότι έσωσαν την κατάσταση με το “Primary”, που είναι κι αυτό άλλη κλάση. Τα “Want” και “39” προηγήθηκαν του τραγουδιού “Disintegration”, που επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά την καθόλου άδικη αδυναμία που έχει ο δημιουργός του στο φερώνυμο δίσκο. Η ώρα ήταν 00.18’, όταν όλα έγιναν... ήσυχα.

 

 

Τρία λετπά αργότερα ακούσαμε το καταξιωμένο “Lullaby”, ξέρετε εσείς από ποιο δίσκο. Ύστερα, ξεκίνησε πάρτυ με τα “The Caterpillar” και “The Walk”, που τότε κάποιος γνωστός μου (σφυρίζω αδιάφορα) θεωρούσε ως «μικρές προδοσίες» και τώρα νομίζω (πού να ξερω εγώ;) ότι μάλλον τα θεωρεί αρκετά καλά. Είχε έρθει η ώρα αυτού που όλοι οι μη μαυροφορεμένοι φίλοι των The Cure περίμεναν. Άντε, αστειεύομαι. Και οι άλλοι το αγαπούν. Ποιο; Μα, φυσικά, το “Friday I'm in Love”. Καταλαβαίνετε, τι έγινε. Γεμάτοι ευχάριστα συναισθήματα όλοι, ακόμα και όσοι ξέρουμε πως δε θα ερωτευτούμε την Παρασκευή που μας έρχεται, απολαύσαμε το “Close to Me” και το “Why Can't I Be You?” στο μικρό αυτό ένθετο best of της πλειοψηφίας των οπαδών τους.

 

 

Για επίλογο, στις 00.48’ και ύστερα από διόμισυ σχεδόν ώρες (μίλησε κανείς για επαγγελματίες;) ήρθε το μόνο δείγμα από το πρώτο και εξέχον άλμπουμ τους, το “Boys Don't Cry”. Και, ναι, όλοι τραγούδησαν το ρεφρέν σε τρελό κέφι, κωφεύοντας στις έντονότατες διαμαρτυρίες των γονάτων τους (ιδίως όποιοι ήταν εκεί από τις 17.15’) λόγω παρατεταμένης ορθοστασίας! Σας διαβεβαιώ όμως ότι κανένα αγόρι ή κορίτσι δεν έκλαψε, αφού ήταν όλοι καταχαρούμενοι. Κι ύστερα δεν ήρθαν οι μέλισσες, αλλά πυροτεχνήματα για τα δεκαπεντάχρονα, μετά τα οποία ξεκίνησε η αργή διαδικασία της αποχώρησης. Ήμασταν πάρα πολλοί, βλέπετε. Και όλοι ευχαριστημένοι.

Photos by Chris Kissadjekian

Read 121 times

Leave a comment