BRIAN ENO & ROGER ENO – ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ, Αθήνα Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Thursday, 05 August 2021 14:49
Published in Live Reviews

Mixing feelings, by Brian, Roger and Cecily Eno

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Ο ήχος του Brian Eno δεν είναι σαν τους άλλους. Είναι μια «διαφορετική» μουσική γλώσσα που θαρρείς πως μπορείς να ακούσεις την ανάσα της και να αφουγκραστείς τα μυστικά της. Είναι παλιά, αλλά ταυτόχρονα τόσο καινούργια, που θολώνει επίμονα και απολαυστικά τα όρια που ύστερα από τόσες ακροάσεις χάραξες σε ό,τι αποκάλεσες μουσικά είδη.

Κάνετε ένα απλό τεστ και θα δείτε την εικόνα ξεκάθαρα: σας ακούγεται πιο παλιά η μουσική που ο Brian έβγαζε μέσα από το VCS 3 synthesiser στα πρώτα άλμπουμ των Roxy Music σε σχέση με εκείνες του “Ambient 1: Music for Airports” ή του “Mixing Colours”; Αν απαντήσατε καταφατικά, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως δεν απαντήσατε, τότε βρίσκεστε μέσα στην καρδιά του μουσικού κόσμου του ιδιοφυούς, νεωτεριστή και αυτοαποκαλούμενου ως "non-musician" Brian Peter George Eno. Σε ένα κόσμο επάλληλο εκείνου του κατά έντεκα χρόνια μικρότερου αδελφού του Roger Eugene, με τον οποίο συναντήθηκε για πρώτη φορά το 1983 στο άλμπουμ “Apollo: Atmospheres and Soundtracks” που συμμετείχε ο Daniel Lanois και αποτέλεσε το σάουντρακ του ντοκιμαντέρ Apollo (For All Mankind) του Al Reinert και αργότερα ακούστηκε αποσπασματικά στις ταινίες 28 Days Later, Traffic, Trainspotting και The Lovely Bones. Τα επόμενα ραντεβού ήταν συχνά, όπως εκείνα που αφορούσαν τις ταινίες Dune (1984 - David Lynch), Opera (1987 - Dario Argento) ή Mr. Wroe’s Virgins (1993 - Danny Boyle). Oi πιο πρόσφατες συνυπάρξεις τους συνέβησαν πέρυσι με το το ΕΡ “Luminous” και το άλμπουμ “Mixing Colours”, που αποτέλεσε κατά κύριο λόγο το εισιτήριο για την παράστασή τους στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Έφτασε, λοιπόν, η στιγμή που τα δύο αδέλφια θα έπαιζαν ζωντανά για πρώτη φορά μαζί σε έναν ιστορικής σημασίας χώρο, τον οποίο σκιάζει ο Παρθενώνας. Άλλωστε, από την πρώτη στιγμή, ο Brian δεν έκρυψε το πόσο σημαντικό ήταν γι’ αυτόν το γεγονός ότι η συναυλία θα γινόταν στο συγκεκριμένο χώρο, χαρακτηρίζοντάς τον ως το ιδανικότερο μέρος για να ακουστεί η μουσική τους. Λάβετε και κάτι τελευταίο υπόψη: ότι η συγκεκριμένη συναυλία του ήταν η ένατη μέσα σε μια τριακονταετία!

Το βράδυ της 4ης Αυγούστου ήταν πάρα πολύ ζεστό, αλλά είχε μια διακριτική δροσιά, που μπορεί όμως να πήγαζε από την ανυπομονησία. Ο κόσμος γέμισε τον επιτρεπόμενο χώρο του Ωδείου και συμμορφώθηκε με ευλάβεια στις παρακλήσεις των διοργανωτών για τήρηση των μέτρων κατά της πανδημίας. Τα δύο αδέλφια βγήκαν στη σκηνή στις 21.39’, συνοδευόμενα από τον κιμπορντίστα Peter Chilvers, με τον Roger να λέει πως «Απόψε ο αδελφός μου κι εγώ παίζουμε για χάρη των θεών!» Το άτυπο πρώτο μέρος της συναυλίας τους είχε σαφέστερο ambient χαρακτήρα από το επόμενο, με τη γνωστή ατμοσφαιρική μαγεία των πλήκτρων να «δένει» απόλυτα με το χώρο. Ήταν αδύνατο να μη σου φέρει στο νου το μεγαλείο του “L’ Apocalypse des Animaux” του παμμέγιστου Βαγγέλη Παπαθανασίου, με το οποίο είχε εμφανή σημεία αναφοράς.

Όταν ενισχύθηκε λίγο ο φωτισμός, ο κεφάτος Roger, αφού κοίταξε επίμονα το κοινό, είπε: «Τι δουλειά έχει όλος αυτός ο κόσμος στο σαλόνι μας;» Το “Mixing Colours” μονοπωλούσε το ενδιαφέρον, με απλές πολύχρωμες μελωδίες, πότε δραματικές, πότε ανακυκλωτικές, που άλλοτε έβγαιναν μονάχα από το ακουστικό πιάνο του Roger και άλλοτε ενισχύονταν από τα μαγικά πλήκτρα του Brian. Η μουσική γινόταν μυστηριώδης, θλιμμένη, αλλά και αναγωγική μαζί, αναμειγνύοντας περίτεχνα τα συναισθήματα της χαράς και της λύπης.

Στο μεταξύ ο Roger μας πληροφόρησε χαριτολογώντας ότι κάποια στιγμή θα μας μιλούσε και ο αδελφός του, κάτι που έγινε στην επόμενη σύνθεση, όταν εκείνος μας είπε ότι μεταξύ του κοινού υπήρχαν άτομα από το Βέλγιο και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και από το Tipperary, αστειευόμενος με τους στίχους του τραγουδιού, μιας και “it’s a long way to Tipperary”. Η πολύ καλή τους διάθεση, που ήταν έκδηλη, θα αποτυπωθεί ανάγλυφη στην ηχογράφηση της συναυλίας, η οποία θα κυκλοφορήσει μέσω της Deutsche Grammophon.

Ύστερα ανέβηκαν στη σκηνή δύο ακόμα μουσικοί: η Cecily, κόρη του Roger, την οποία ο ίδιος προλόγησε ως ανηψιά του Brian και ο κιθαρίστας Leo Abrahams, για τον οποίο ο Roger αρχικά είπε ότι σέβεται την επιθυμία του να παραμείνει ανώνυμος. Φυσικά αστειεύτηκε και πάλι, αφού λίγο αργότερα αποκάλυψε το ονοματεπώνυμό του. Τότε άρχισαν οι προβολές χρωμάτων και σχημάτων, που συχνά κάλυπταν όλο το χώρο, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ατμοσφαιρική διάσταση της μουσικής, που πλέον, αν και εγγύτερη σε συμβατικότερες τραγουδιστικές φόρμες, ακουγόταν πιο σοφιστικέ χάρις σε ψυχεδελικά αγγίγματα. Αυτή, άλλωστε, ήταν και είναι η ικανότητα του Brian: να παίρνει βασικές pop φόρμες και να τις μεταμορφώνει με καίριες παρεμβάσεις σε μουσικές υψηλού επιπέδου.

Η ατμόσφαιρα πηγαινοερχόταν από τους Tuxedomoon στους Dead Can Dance, με την όμορφη φωνή της Cecily να φέρνει στο νου εκείνη της Lisa Gerrard. Ο Roger έφευγε από τη σκηνή, γύριζε και έπιανε το ακορντεόν, ενώ ο Brian όταν άφηνε τα πλήκτρα τραγουδούσε με ή χωρίς παραμόρφωση. Μία φορά μάλιστα διάβασε τους στίχους, διότι, όπως μας είπε, το τραγούδι ήταν τόσο καινούργιο, που δεν είχε προλάβει να τους μάθει απέξω. Κάποια στιγμή, η φωνή του έμοιαζε τόσο πολύ με του Brian Ferry, που τρόμαξα! Πού καιρός πλέον για πείσματα και διαφωνίες, όταν είσαι συγκροτημένη προσωπικότητα και εβδομήντα τεσσάρων ετών;

Η ώρα είχε πάει 22.47’ όταν υποκλίθηκαν, για να ξαναβγούν δύο λεπτά αργότερα, με την Cecily να μας χαϊδεύει με την Ιρλανδέζικη χροιά των φωνητικών της. Πώς λοιπόν, μετά το τέλος του τραγουδιού, να μην τη φιλούσε ο πατέρας της… Στη συνέχεια ο Brian μας είπε πως βρίσκονται στον τόπο που γεννήθηκε ο δυτικός πολιτισμός, ο οποίος μοιάζει να φτάνει στο τέλος του, τραγουδώντας μας κάτι δυστοπικό για το τέλος όλου του κόσμου.

Στις 22.57’ έσβησε το τελευταίο και θερμό χειροκρότημα, δίνοντας τέλος σε μια ιδιαίτερη μουσική βραδιά, που είμαι σίγουρος ότι θα έχει συνέχεια για τον καθένα από εμάς που την παρακολουθήσαμε.   

Photos by Chris Kissadjekian

Read 182 times

Leave a comment