STING - ΩΔΕΙΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ, Αθήνα Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2021

Monday, 04 October 2021 13:37
Published in Live Reviews

“Welcome to this one man show… In this theater that I call my soul I always play the starring role”.

Γράφει ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Και γιατί να το κρύψωμεν, άλλωστε; Διαβάζοντας πριν από μέρες τα set lists του My Songs εξάρθρωσα τους δείκτες και τους μέσους των δύο μου χεριών από το finger crossing. Όχι πως δεν το περίμενα, αλλά είδα την, κατά τη γνώμη μου, κορωνίδα της δημιουργίας του κυρίου Gordon Matthew Thomas Sumner και ένα από τα κορυφαία τραγούδια των 70s “Message in a Bottle”, όπως και το μακράν λατρεμένο μου και σχεδόν «αφανές» για το επίπεδό του “So Lonely”, που δε μπορούσα να πω με βεβαιότητα αν είναι πιο punk, απ’ ό,τι reggae. Δεν πίστευα στα μάτια μου όμως, όταν είδα ανάμεσά τους το “Next to You”, που πήρε κάθε ίχνος της ούτως ή άλλως αναμενόμενης αίσθησης απώλειας του "Can't Stand Losing You" (κλαψ, να μην ακουστεί το τρομερό “I see you sent my letters back / And my L.P. records, and they're all scratched”: αιτία διαζυγίου, φίλε, τελεία και παύλα…), για να μην αναφέρω καν το άπιαστο όνειρο του “Fall Out”. Άραγε θα άκουγα κάποια από αυτά το βράδυ της Παρασκευής; Τικ τακ, τικ τακ… Η στιγμή πλησίαζε.

Κακά τα ψέματα. Το κοινό του “Διοικητή του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας” Sting δεν ταυτίστηκε ποτέ απόλυτα με εκείνο της διαστημικής (όχι μόνο λόγω του Walking on the Moon - σιγά το «γατάκι» τον Neil Armstrong που πήρε τη δόξα επειδή είχε περπατήσει εκεί δέκα χρόνια νωρίτερα…) μπάντας του, των The Police. Κι αυτό δεν ήταν μεν εξ ορισμού αδύνατο, αλλά σίγουρα ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Χρειάζεται να θυμίσω τους άλλους δύο εκπληκτικούς μουσικούς που συμμετείχαν; Κιθάρα έπαιζε ο κορυφαίος Andy Summers (Soft Machine, Robert Fripp, The Animals, Zoot Money's Big Roll Band, Dantalian's Chariot) και τύμπανα - κρουστά ο απίστευτος και αεικίνητος Stewart Copeland (Curved Air). Κι αν στο πέρασμα των χρόνων υπήρξε μια πέραν πάσης προσδοκίας σύγκλιση των «δύο πλευρών», μην αμφιβάλλετε ότι αυτή οφείλεται στην αστείρευτη έμπνευση του κυρίου Sumner, που τελικά έπεισε πολλούς δύσπιστους ότι ακόμα και η pop πλευρά του ήταν δομημένη σε τέτοια ποιοτικά στάνταρντ, που ως επί το πλείστον μπορούσαν να ικανοποιήσουν ακόμα και απαιτητικότερα rock ακροατήρια. Τώρα πια στο 2021, που έχουν σχεδόν χαθεί ακόμα και οι τελευταίες αναμνήσεις αυτής της «αντιπαλότητας» και έχουν μεσολαβήσει πωλήσεις που ξεπερνούν τα εκατό εκατομμύρια άλμπουμ, έρχεται το My Songs όχι για να γεφυρώσει το χάσμα ή να αποδείξει πόσο ανούσιος ήταν ο διχασμός, αλλά για να αφηγηθεί μια όμορφη ιστορία που δε γνωρίζει (μουσικά) σύνορα. Άλλωστε, αυτό ακριβώς πρέσβευαν και έμπρακτα αποδείκνυαν οι The Police από την εποχή του “Outlandos d'Amour”. Αλήθεια, τι μουσική είπαμε πως έπαιζαν; Rock, reggae, pop, punk; Πώς είπατε; Ναι, καλά. Δυσκολάκι, έτσι;

Βέβαια, το βράδυ της περασμένης Παρασκευής οι Summers και Copeland δεν ήταν στο πλευρό του Sting, αλλά το ούτως ή άλλως εξ ορισμού δυσαναπλήρωτο κενό τους κάλυψαν όσο πιο επιτυχημένα μπορούσαν οι Dominic Miller (κιθάρα), Rufus Miller (κιθάρα), Josh Freese (τύμπανα), Kevon Webster (πλήκτρα), μαζί με τους Melissa Musique, Gene Noble και το γιο του Joe Sumner (φωνητικά). Αυτός ο τελευταίος ξεκίνησε παρέα μόνο με την ηλεκτρική κιθάρα του τη βραδιά στις 22.05’. Η καθυστέρηση του ήταν μόνο πεντάλεπτη, αφού η ώρα έναρξης της παράστασης είχε μετατεθεί για τις 22.00’, ούτως ώστε να τελειώσει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Γιατί; Απλά, για να ευχηθούμε στον Sting χρόνια πολλά για τα εβδομηκοστά γενέθλιά του. Πώς είπατε; Σιγά μην έσβησε και κεράκια; Ε, λοιπόν, το έκανε. Ας δούμε όμως τι έγινε πριν.

Λίγο ακόμα να έμενε στην Αθήνα ο Joe και θα μας ανέλυε το Ομηρικό ζήτημα. Στα Ελληνικά, εννοώ. Ναι, καλά διαβάσατε. Πέρα από τα τυπικά «Γεια σου Αθήνα, καλησπέρα» κλπ, στα κενά μεταξύ των επτά τραγουδιών που έπαιξε είπε διάφορες φράσεις στη γλώσσα μας, που δεν ακούς συχνά σε συναυλίες, όπως το «όμορφοι άνθρωποι». Και το τονίζω: όχι αμέσως μόλις βγήκε στη σκηνή, που επαναλαμβάνεις συνεχώς από τα παρασκήνια μια φράση για να μην την ξεχάσεις και τη λες αμέσως, αλλά ύστερα από αρκετή ώρα. Θα μου πείτε τώρα, εντάξει, κολακεύτηκες από αυτό και θα πεις ότι σου άρεσε ο Joe. Μα φυσικά όχι, άρεσε όμως στο κοινό, το οποίο ανταποκρίθηκε πολύ θερμά λόγω των τραγουδιών, αλλά και των φωνητικών του, που είχαν εμφανή επιρροή από το dna που κουβαλάει. Ήταν ένας ηλεκτρικός singer songwriter των ημερών μας, που τραγουδά κυρίως τον έρωτα, χωρίς συμβατικά κλισέ, με μια άμεση αύρα αισιοδοξίας που θα πρέπει να έχει να κάνει με το χαρακτήρα του. Τελευταίο του τραγούδι ήταν το “Jellybean”, που, αν και δε σχετίζεται μουσικά, μου έφερε στο νου ως όλη προσέγγιση το “Feeling Groovy” Simon & Garfunkel.

Στις 22.31’ ο Joe μας αποχαιρέτησε, άφησε κιθάρα και μπουφάν και πήρε θέση πίσω από ένα μικρόφωνο. Ήδη ο μπαμπάς του μας είχε καλησπερήσει και άρχιζε να παίζει μόνος με την ακουστική κιθάρα του το “The Bridge”, που σε ενάμιση περίπου μήνα θα κυκλοφορήσει μαζί με το φερώνυμο νέο δίσκο του. Ακουστική κιθάρα τέλος και μπάσο ανά χείρας για το “Message in a Bottle”, λοιπόν. Πώς να πιάσεις ένα τέτοιο τραγούδι και να το αποδώσεις με το δέοντα σεβασμό; Ο Sting, προς τιμήν του, επέλεξε σε όλο το σετ να μην κοπιάρει τις στούντιο εκτελέσεις, αλλά να δώσει αυτό το κάτι το διαφορετικό, που χρειάζεται μια συναυλία που σέβεται τον «εαυτό της». Στην προκειμένη περίπτωση ρίσκαρε πολύ, καθώς το τραγούδησε με τη φωνή που είχε στην προσωπική του καριέρα και με την κιθάρα να ακούγεται πιο διακριτική. Όπως καταλαβαίνετε, το κοινό τον αποθέωσε, ενώ εγώ ζητούσα επιτακτικά από την πληγωμένη πλευρά του εαυτού μου να ηρεμήσει.

Όπως διαπίστωσα αμέσως μετά, το μήνυμα του ναυαγού βγήκε πιο light μόνο και μόνο για να υποδεχτεί το “Englishman in New York”. Στο κομμάτι αυτό τα πολύ σημαντικά δεύτερα φωνητικά βγήκαν μάλλον τα πιο όμορφα της βραδιάς, πράγμα που δε με εμπόδισε να φανταστώ τι θα γινόταν αν στη θέση της Melissa Musique ήταν η Dee C. Lee, τώρα που δε δεσμεύεται ούτε με τον Paul Weller, ούτε και με τους The Style Council.

“If You Love Somebody Set Them Free”. Μέγιστη αλήθεια και πολύ καλό τραγούδι. Ιδίως με το τρομερό jazzy γύρισμα, που είχαμε τη χαρά να το ακούσουμε. Τυχαίο; Δε νομίζω. Η όλη βραδιά ήταν εμπλουτισμένη όσο πιο πολύ γινόταν από jazzy mood. Το διαπιστώσαμε και στο “Every Little Thing She Does Is Magic”, στο εξαιρετικό “Wrapped Around Your Finger”, όπου ο Sting παρέδωσε μαθήματα μπάσου, αλλά και στο “Walking on the Moon”, με τα jazzy drums να κερδίζουν στα σημεία την επιβλητική reggae, αν και ήταν εμπλουτισμένη με κομμάτια από το μεγαλείο του “Get Up Stand Up” του Bob Marley. Όσο περνούσε η ώρα, η φωνή του Sting γινόταν όλο και καλύτερη, όπως και η μπάντα που χαλάρωνε με τις θερμές εκδηλώσεις του κοινού. Ο Sting μας θύμισε την προηγούμενη συναυλία του στο Ηρώδειο, τη δυνατή βροχή (που ευχήθηκε να μην επαναληφθεί) και τον αγώνα που έδωσε με τη σκούπα για να διώξει τα νερά από τη σκηνή. Εμμέσως όμως προλόγισε το δεύτερο «συναφές» καινούργιο τραγούδι του με τίτλο “Rushing Water”, ενώ είχε προηγηθεί το επίσης νέο αλλά σαν παλιό “If It’s Love”.

Σας διαβεβαιώνω ότι το “Don't Stand So Close to Me” δεν ακούστηκε λόγω τήρησης μέτρων κατά της πανδημίας, αφού όλοι φορούσαν ευλαβικά τις μάσκες τους (με τις μύτες μέσα, βεβαίως βεβαίως). Είχαμε τη χαρά να το ακούσουμε επειδή είναι ένα όμορφο και πολύ «εύπλαστο» τραγούδι, που σε αυτήν του την πανέμορφη αργόσυρτη εκτέλεση είχε ένα progressive rock γύρισμα που θα έκανε σίγουρα τον Steven Wilson να χαμογελάσει με περηφάνεια. Οι κυρίες συγκινήθηκαν όταν, με την σκηνή πλημμυρισμένη από χρυσά φώτα, άκουσαν ότι το αφιερωμένο στη σύζυγό του “Fields of Gold” έχει γραφτεί γι’ αυτήν, αλλά, αντιθέτως, εγώ εκτίμησα την κιθάρα που θύμιζε εκείνη του μεγάλου Mark Knopfler.

Και μιας και ο λόγος για συγκινήσεις, οι νεότεροι ξεσηκώθηκαν με την ερμηνεία του πιο σύγχρονου Gene Noble στο “Shape of My Heart” και οι παλαιότεροι με το κομμένο και ραμμένο για συναυλία και τρελαμένο από τη χαρά “So Lonely”, που πριν σβήσει ενώθηκε με το “Desert Rose”. «Όχι, μη» πήγα να φωνάξω, αλλά τα χειροκροτήματα του κόσμου με έκοψαν, δικαιώνοντας τον Sting για την τόλμη του.

Κι από τα χειροκροτήματα πήγαμε στα γυναικεία ουρλιαχτά. Όχι, δεν είχαμε παρεμβολή του dj με τους The Beatles, αλλά το “Every Breath You Take”, που δεν αφήνει επίσης κανένα υπονοούμενο για την αναπνοή μέσα από τις μάσκα. Πολλές, αντί για αναπτήρες, άναψαν τους φακούς των κινητών τους και λικνίζονταν στο ρυθμό. Τι κι αν οι διοργανωτές μας είχαν παρακαλέσει να μη φωτογραφίζουμε ούτε καν χωρίς φλας; «Δε φτάνει που σας κάναμε τη χάρη φορέσαμε τη μάσκα» ή «Άλλο φλας και άλλο φακός», θα απαντούσαν σε υποθετική ερώτηση. Ποιος το ευχαριστήθηκε αυτό; Ναι, φυσικά αυτές που το έκαναν, αλλά ακόμα πιο πολύ οι μουσικοί. Το έβλεπες στα πρόσωπά τους. Η ώρα είχε πάει 23.43’ όταν υποκλίθηκαν για πρώτη φορά, για να ξαναβγούν ύστερα από δύο λεπτά.

Το πρώτο (ουπς, προοικονομία δεν το λένε αυτό;) encore ξεκίνησε με το “King of Pain”, που διακρίθηκε για το καλό κιθαριστικό του σόλο και συνεχίστηκε με το μοναδικό “Roxanne”, που απλά θύμισε σε όσους είχαν ξεχάσει ότι το μπάσο (στα χέρια του Sting) μπορεί να βρυχάται καλύτερα κι από λιοντάρι. Η σκηνή, σύμφωνα με τους στίχους, ήταν λουσμένη στο κόκκινο φως, ενώ η reggae ακουγόταν πιο rock από ποτέ και ο Sting τραγουδούσε σαν τον μεγάλο Ray Charles. Ύστερα ήρθε ο τυφώνας του “Next to You”, για να παρασύρει ακόμα και τους πιο «καθώς πρέπει», με απίστευτη δυναμική και σημερινή αύρα. Δεν περιγράφω άλλο, όπως και η μπάντα που υποκλίθηκε για δεύτερη φορά ακριβώς τα μεσάνυχτα.

Ένα λεπτό μετά δε βγήκε ο Δράκουλας, αλλά ο Sting, που κάθισε μπροστά στην σκηνή με την κιθάρα του, για να κλείσει τη βραδιά με το “Fragile”, πριν σβήσει τα κεράκια που λέγαμε και ανανεώσει για μια ακόμα φορά το ραντεβού του μαζί μας.



Concert photos copyright by Chris Kissadjekian

Read 78 times

Leave a comment