DARK TRANQUILLITY – ENSIFERUM – PYOGENESIS – GWENDYDD - Fuzz Club, Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Monday, 16 May 2022 11:56
Συντάκτης:
Published in Live Reviews

Μια πολύ δυνατή περιοδεία που πέρασε και από την χώρα μας. Κάτι σχετικά σπάνιο τα τελευταία χρόνια. Και τα τέσσερα συγκροτήματα κατάφεραν να ξεσηκώσουν τους περίπου οκτακόσιους  παρευρισκόμενους, οι οποίοι συμμετείχαν με αρκετή ένταση σε όλα τα σχήματα.

Από τη Ζωή Κόρκα

Ακριβώς στην ώρα τους οι Gwendydd από τη Βουλγαρία, έφεραν  δύο δίσκους στις αποσκευές τους.

Παρά την εμφανή επιρροή από τους Arch Enemy, παίζοντας μοντέρνο metal με πολύ groove και έναν drummer που κρατούσε έξοχα τον ρυθμό, ο ήχος τους ήταν πολύ καλός και κατάφεραν να κερδίσουν τον κόσμο που είχε γεμίσει το club από τόσο νωρίς.

Την σκυτάλη μετά πήραν οι Pyogenesis, μια από τις πιο παρεξηγημένες μπάντες της σκληρής μουσικής. Κι αυτό γιατί η στροφή τους στα mid ‘90s σε μια επιμειξία alternative και punk, «αποκηρύσσοντας» το death metal παρελθόν τους, είχε κάνει πολλούς να τους ξεγράψουν.

Όμως οι Γερμανοί με μοναδικό εναπομείναντα τον χαρισματικό frontman τους, Flo Schwarz, κατάφεραν το απρόσμενο:
Το Fuzz πήρε φωτιά, χωρίς να δίνει πρακτικά κανείς σημασία στο ότι έπαιξαν τα “I Have Seen the Soul” , “Blaze My Northern Flame”, “Will I Ever Feel The Same” και “Flesh and Hair” χωρίς να… τα ολοκληρώσουν!

Όλα τα μέλη του συγκροτήματος δεν έχαναν την ευκαιρία να κοπανιούνται και να οργώνουν τη σκηνή, ανεβαίνοντας στα βάθρα τους και από ψηλά να κάνουν το κοινό να παραληρεί. Και είχαν τόσο πολύ κερδίσει το κοινό που όλοι τραγούδησαν μαζί τους ένα medley των “I Like to Move It” και του “You Give Love a Bad Name”, προκαλώντας γέλιο! Αναμφίβολα η έκπληξη της βραδιάς και η καλύτερη προετοιμασία γι’ αυτό που θα επακολουθούσε.

Μοναδική παραφωνία ο ανεκδιήγητος drummer τους που έπαιζε συνεχώς στον ίδιο ρυθμό, «σκοτώνοντας» όλα όσα διάλεξαν να παίξουν.

Οι Ensiferum, που διαδέχθηκαν τους Pyogenesis στη σκηνή,  είναι μεγάλο όνομα στο εξωτερικό. Κάτι που οφείλεται στην ικανότητα τους να δένουν άψογα το folk με το ακραίο metal. Όπως π.χ. οι VIC κάνουν πάταγο στη χώρα μας, έτσι και οι Φιλανδοί χαίρουν μεγάλης εκτίμησης στην κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Με την εμφάνιση τους απέδειξαν γιατί είναι σε κορυφαίες θέσεις του line up των festivals στα οποία εμφανίζονται.

Το σημαντικότερο προσόν τους στα live είναι ότι συνεισφέρουν στα φωνητικά τέσσερα μέλη τους: ο επιβλητικός Viking Sami Hinkka (μπάσο), ο Markus Toivonen (κιθάρα), ο Petri Lindroos, που είναι επιφορτισμένος και με τα ακραία φωνητικά, πέρα από την κιθάρα.

Τελευταίος , αλλά διόλου «καταιδρωμένος» στα καθαρά φωνητικά ο νεοφερμένος πληκτράς της μπάντας, Pekka Montin, ο οποίος ξεχώρισε από το πίσω μέρος της σκηνής με τα εξαιρετικά καθαρά φωνητικά του στο “Run From the Crushing Tide”, όπου έφυγε από την θέση του και τραγούδησε εξαιρετικά σαν frontman!

Φοβερή ενέργεια, κοινό που τους ακολουθούσε και σκηνική παρουσία που είχε μέχρι και εμφάνιση σπαθιού από τον Lindroos στο “In my Sword I Trust”, προκαλώντας ντελίριο ενθουσιασμού. Στη μία ώρα που είχαν στη διάθεσή τους επικεντρώθηκαν στο, προ διετίας, “Thalassic” (“Andromeda”, “Sirens”, “Rum, Women, Victory”, “Run From the Crushing Tide”).  

Αναμφίβολα όλοι περίμεναν τους headliners της βραδιάς, κάτι που φάνηκε από την αντίδραση τους στο “Identical to None” από το τελευταίο τους album, “Moment”. Για την επόμενη μιάμιση ώρα η απόδοση των Σουηδών επί σκηνής ήταν καθηλωτική, αλλά ο ήχος τους χαντάκωνε.

O αντικαταστάτης του Christopher Amott, Joey Concepcion, μαζί με τον Johan Reinholdz κατάφεραν να είναι κιθαριστικό δίδυμο και να είναι πειστικοί σε απαιτητικά κομμάτια όπως το “Monochromatic Stains”. Ο ήχος, όμως, που έβγαινε ήταν χωρίς όγκο και ένταση, κάτι που απογοήτευσε, κυρίως, εκείνους που τους έχουν ξαναδεί στο παρελθόν και ξέρουν πως ακούγονται κανονικά. Για το rhythm section τα ίδια και θα μπορούσα να πω και χειρότερα, αν αναλογιστεί κανείς ότι το μπάσο του Christian Jansson ακουγόταν μόνο στα σημεία που δεν ακουγόταν άλλο όργανο και ο ήχος των drums του Joakim Strandberg-Nilsson ήταν… εκνευριστικός.

Όμως η ενέργεια τους και ο τρόπος που επικοινωνούσε ο Mikael Stanne, με τους οπαδούς ήταν υποδειγματικός. Με συνεχή κίνηση πάνω στη σκηνή και μοναδική μαεστρία κατάφερνε να ξεσηκώσει όλους είτε στα καινούρια “Phantom Days”, “The Dark Unbroken” και “Transient”, είτε στο μοναδικό κομμάτι από την πρώτη τους περίοδο, το “Punish my Heaven”.

Μάλιστα η αναγγελία του ήταν το highlight της βραδιάς, μιας και το αφιέρωσε στον,  αδικοχαμένο πριν από τέσσερις μήνες,  πρώην κιθαρίστα τους, Fredrik Johansson. Είπε ότι μπήκε στο σχήμα για να τους βοηθήσει τα μέγιστα στην αναγνώριση τους με δίσκους όπως το “The Gallery”, “The Mind’s I” και “Projector”. Το παρατεταμένο χειροκρότημα τον έκαναν να δακρύσει και να κοιτάζει αποσβολωμένος το κοινό, που, από εκείνο το σημείο στα μέσα του set τους, εκδηλωνόταν με περισσότερη ένταση… (βλέπε φωτογραφία εξωφύλλου).

Η συμμετοχή του στο “Therein”, με το οποίο τελείωσαν το main set τους, ήταν πραγματικά καθηλωτική, με τον τραγουδιστή τους να αφήνει τον κόσμο να τραγουδήσει τους περισσότερους στίχους μόνος του.

Στο encore ο Stanne κατέβηκε στο κοινό που τον αποθέωνε ενώ έπαιζαν το “State of Trust” και μάλιστα έπαιξαν και τα “Lost to Apathy” και “Misery’s Crown” που σφράγισαν μια εμφάνιση – γιορτή της πορείας τους με 18 κομμάτια και διάρκεια λίγο παραπάνω από μιάμιση ώρα. Και θα ήταν μια τέλεια συναυλία αν ο ήχος βοηθούσε, κάτι που όλοι συζητούσαν μετά το τέλος της και ήταν κρίμα για μια τόσο δυνατή εμφάνιση.

Concert photos copyright by Sofia Bali

Read 94 times

Leave a comment