JAN GARBAREK GROUP – Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Αθήνα, Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Thursday, 23 June 2022 12:21
Published in Live Reviews

Αλήθεια, πόσο απέχει το Ηρώδειο από τη Δρέσδη;

Ανταποκρίνεται ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

Το ομολογώ απερίφραστα: Η ομορφότερη για μένα πόλη της Ευρώπης, μετά την Πράγα, είναι η Δρέσδη. Ομολογώ όμως και κάτι ακόμα: ότι το βράδυ της Τετάρτης δεν έπαψα να τη σκέφτομαι καθ’ όλη τη διαδρομή προς το Ηρώδειο. Μόνο που, όπως ίσως ήδη καταλάβατε, είχα κατά νου τη μουσική πλευρά της πόλης, δηλαδή το αριστούργημα του Jan Garbarek που έχει τίτλο “Dresden”. Πριν με πείτε «βλάσφημο», που τόλμησα να ελπίσω ότι θα ακούσω κάτι ανάλογο, να σας θυμίσω ότι η μόνη διαφορά από τους μουσικούς που συμμετείχαν σε αυτό ήταν εκείνη του Manu Katché, στη θέση του οποίου έπαιζε ο ασύγκριτα πολυτάλαντος Trilok Gurtu. Σε τελευταία ανάλυση, η ελπίδα ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.

Ο σαξοφωνίστας Jan Garbarek αποτελούσε εγγύηση για μια εξαιρετική μουσική βραδιά, όχι μόνο διότι τεχνικά είναι άψογος, αλλά λόγω και του συναισθήματος που εκλύεται από τη μουσική του και κάποιες φορές εκούσια τον παρασύρει. Εγγύηση επίσης αποτελούσαν και τα λοιπά τρία μέλη του Jan Garbarek Group, δηλαδή ο παλιός συνοδοιπόρος του Γερμανός πιανίστας Rainer Brüninghaus, ο Βραζιλιάνος μπασίστας Yuri Daniel και ο Ινδός περκασιονίστας Trilok Gurtu (Bill Laswell, Gary Moore, John McLaughlin), που έχει εντρυφήσει όσο λίγοι στα μυστικά της jazz fusion.

Η βραδιά ήταν αρκετά ζεστή, ο κόσμος όχι τόσος όσος θα περιμέναμε και η προσμονή ήταν μεγάλη. Αν και η έναρξη ήταν προγραμματισμένη για τις 21.00’, το κουαρτέτο βγήκε στη σκηνή δεκαέξι λεπτά αργότερα, με το κοινό να το υποδέχεται θερμά με το χειροκρότημά του. Αν αναρωτιέστε το λόγο της καθυστέρησης, μάλλον είστε αλλοδαποί, αφού η καθυστερημένη προσέλευση του κόσμου είναι δεδομένη. Ελλάδα αθάνατη!

Η όλη εμφάνιση του Jan Garbarek Group ήταν καλοδουλεμένη και πολύ καλή, κάτι που όλοι μας θεωρούσαμε εκ των προτέρων ως δεδομένο. Στην επίσης δεδομένη ποιότητα των μουσικών και των συνθέσεων, αν προσθέσει κάποιος και τη «μαγεία» που εκπέμπει ο χώρος, τότε μπορεί να έχει μια πρώτη εικόνα του τι συνέβη. Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να απολαύσουμε δείγματα της χαρακτηριστικής fusion jazz του Jan Garbarek που, ουσιαστικά, έγινε πρώτη φορά τόσο αισθητή το 1973 με το “Triptykon”, για να εδραιωθεί ακόμα περισσότερο την επόμενη χρονιά με το αγαπημένο “Witchi-Tai-To” και να απογειωθεί κατά τη δεκαετία του ’80.

Ήταν πραγματικά υπέροχο να ακούς στην πράξη συγκεχυμένα όσο λίγες φορές τα άτυπα όρια μεταξύ της αιθέριας Ευρωπαϊκής και της avant-garde jazz, αφού στην προκειμένη περίπτωση η μια διαδέχεται αβίαστα την άλλη. Κι ακόμα καλύτερο να βρίσκεις τις αποσπασματικές υπερατλαντικές αναφορές, που γαρνίρουν το μείγμα του Jan και το κάνουν μοναδικό. Η jazz του είναι σύνθετη, στιλάτη, αλλά ταυτόχρονα σκληρή, ανοίγοντας όλο και πιο πρόθυμα την αγκαλιά της σε Νορβηγικά παραδοσιακά τραγούδια, Ινδικές επιρροές και ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς που ικανοποιούν ακόμα και τα πιο απαιτητικά ακροατήρια, ιδιαίτερα αυτά που έχουν πολύ ψηλά τον John Coltrane, αλλά παράλληλα αφήνουν χώρο για τις ποιητικές παρεκτροπές της ματιάς του Jan που μετουσιώνονται με νότες μοναδικής ευαισθησίας σε τέχνη.

Είναι πράγματι επιβεβλημένη η κατ’ ιδίαν αναφορά στους λοιπούς μουσικούς, που κέρδισαν πανάξια το θερμό χειροκρότημα του κοινού με τα εξαιρετικά σόλο τους. Τον Rainer Brüninghaus που έδειξε ικανότητα και ευαισθησία κυρίως όταν κάθισε στο πιάνο, τον Yuri Daniel που γέμιζε τον ήχο και ξεσήκωσε με το υπέροχο fingerstyle παίξιμό του, αλλά και το μέγιστο Trilok Gurtu, ο οποίος κατέρριψε το μύθο του «μια ορχήστρα μόνος του», αφού ήταν τουλάχιστον δύο. Και βάλε.

Όσοι τον έχετε δει να παίζει, καταλαβαίνετε απόλυτα τι εννοώ. Αλήθεια, θέλει ευρύτητα ψυχής να φέρεις -κατά κάποιον τρόπο- ως sideman έναν τέτοιο μουσικό, που είναι πολύ πιθανό να κερδίσει την παράσταση. Ο πολυτάλαντος αυτός περκασιονίστας χρησιμοποιεί… ό,τι βρεθεί μπροστά του. Είναι τόσο προφανής η αγάπη του να ανακαλύπτει νέους ήχους από τελείως ασύνδετα με τη μουσική αντικείμενα και να τους ενσωματώνει σε αυτήν, που κυριολεκτικά τον έχεις ικανό για τα πάντα. Στη συγκεκριμένη συναυλία, μεταξύ άλλων, χρησιμοποίησε τη φωνή του σαν κρουστό, διάφορα Ινδικά χαϊμαλιά, σφυριά και έναν κουβά με νερό, στον οποίο εμβάπτιζε ένα μικρό γκονγκ και το χτυπούσε. Το τελείως «απόκοσμο» όμως ήταν το ότι κάποιες φορές χρησιμοποιούσε καταιγιστικά όλα τα δάχτυλά του και δίνοντας λίγη παραπάνω προσοχή μπορούσες να ακούσεις το καθένα ξεχωριστά να υπηρετεί τον εντυπωσιακά αποδομημένο ρυθμό. Μπορεί κανείς να πει ότι με τα τρομερά του σόλο, κατά κάποιον τρόπο παρακινούσε τον Garbarek να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του, τόσο με το σαξόφωνο όσο και το μπαμπού φλάουτο που έπαιξε σε μία σύνθεση.

Μερικές φορές το κοινό χειροκρότησε άκαιρα, ενώ στο τέλος μία κυρία ζήτησε παραγγελιά. Δυστυχώς, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Το πρώτο μέρος της βραδιάς έκλεισε στις 22.52’, αλλά το κουαρτέτο επανήλθε μισό λεπτό αργότερα και στις 23.01’ υποκλίθηκε για τελευταία φορά. Ο Jan καθ’ όλη τη συναυλία, ούτε κατά τον αποχαιρετισμό, δεν είπε λέξη. Άφησε τις νότες του να μιλήσουν, που κατά πάσα πιθανότητα τα καταφέρνουν καλύτερα.


Photos by Thomas Daskalakis

Read 59 times

Leave a comment