EDDIE VAN HALEN – Επιστροφή στα Αστέρια

Friday, 09 October 2020 13:05
Published in Never Forgotten

Με το που έπεσε και τούτη η κεραμίδα στο κεφάλι μας προχθες το βράδυ, σάστισα. Το ένα λεπτό σιγής εκ μέρους μου προέκυψε μονομιάς, αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτώ. Στα καπάκια την κατακρήμνισαν όμως σκέψεις όπως «όχι ρε που@#$η, όχι, αυτό ήταν;» και «πάει το Όνειρο να τον δω επί σκηνής, να τον απαθανατίσω, να του πάρω μια συνέντευξη...». Ήταν Όνειρο Ζωής!
Ξάφνου δεν ήξερα τι να κάνω… Να βάλω κάτι στο πικ-απ να τον ακούσω; Να το μοιραστώ με κάποιους μεταμεσονύκτια, ή όχι; Εν τέλει έγραψα τις παρακάτω αράδες στο φατσαμπούκι και κατέβασα τέσσερα βιβλία / φωτογραφικά λευκώματα από τη βιβλιοθήκη μου που με βοήθησαν μετά να αποκοιμηθώ, ζαλίζοντάς με:
Μέχρι πριν λίγη ώρα τσακωνόμουν με τους ομοιοπαθείς φίλους μου για το ότι ο Eddie είναι ο «σημαντικότερος εν ζωή ηλεκτρικός κιθαρίστας του Πλανήτη μας»... Τώρα;;;

Φόρος τιμής από τον Χρήστο Κισατζεκιάν

Σε μια εποχή που τα πάντα γύρω μας καλπάζουν ιλιγγιωδώς μέσα από οπτικές ίνες, το πιο εύκολο πράγμα είναι να μάθεις έγκυρα (και μη!) στοιχεία για οτιδήποτε. Έτσι και τώρα, τα βιογραφικά του αναντικατάστατου Eddie έχουν ήδη κάνει το γύρο της Γης σε ογδόντα λεπτά, παρέα με τα αίτια του πρόωρου χαμού του. Για αυτό κι εγώ θα αρματωθώ από αυτά τα άκρως απαραίτητα μονάχα. Ξεκινώντας από το οικογενειακό περιβάλλον του.

«Οι γονείς μας ανέκαθεν μας ήθελαν να γίνουμε πιανίστες κονσέρτων» ομολογούσε διαρκώς ο αείμνηστος, «…και τσαντίστηκαν πολύ όταν αρχίσαμε να ροκάρουμε». Λογικό και επόμενο. Ο πατήρ Jan Van Halen ήταν στο Amsterdam όπου κατοικούσαν πιανίστας, κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας κλασικής μουσικής. Με το που η τετραμελής οικογένεια μετακόμισε στη Pasadena της California το 1962, τα μαθήματα πιάνου υπήρξαν υποχρεωτικά για τα δυο βλαστάρια του. «Μετοικίσαμε με πενήντα δολάρια συνολική περιουσία στην τσέπη και ένα πιάνο, δίχως να γνωρίζουμε τη γλώσσα» περιέγραψε ο θανών κάποια στιγμή, «…και για δες τώρα που βρισκόμαστε! Εάν αυτό δεν αποτελεί το Αμερικάνικο Όνειρο, τότε τι είναι;». Τα αποτελέσματα της επιβολής αυτής πρόλαβαν να είναι έως και εντυπωσιακά, αφού ο τιμώμενος κέρδιζε βραβεία πρωτιάς σε διαγωνισμούς όπως εκείνος του Long Beach City College. Έλα όμως που στα 1967 ο ενάμιση χρόνο μεγαλύτερος Alex και ο Eddie ξεμυαλίστηκαν μια για πάντα με τα όσα άκουγαν καθημερινά στο ραδιόφωνο, με όσα απορροφούσαν βουλιμιά από τις μουσικές εκπομπές της τηλεόρασης. Και δω κάπου προέκυψε ένα από τα πιο τρανταχτά «παράδοξα» της ηλεκτροδοτούμενης μουσικής του 20ου αιώνα… Ποιο;

Ούτε για αστείο δε θέλω να σκέφτομαι την πιθανότητα να παρέμεναν τα αδέλφια στις πρωταρχικές τους επιλογές μουσικών οργάνων! Μα συ μπορείς να το φανταστείς;;; Κλείσε τα μάτια και δες τον Alex να παίζει κιθάρα ηλεκτρική και τον Eddie να χτυπιέται στα μετόπισθεν, πίσω από τα τύμπανα. Ε, όχι! Και πρόσεξέ με: θεωρώ πως οι απώλειες θα ήταν ε-ξ-ί-σ-ο-υ τεράστιες. Μονομιάς θα χάναμε έναν από τους πιο άρτια καταιγιστικούς τυμπανιστές της εποποιίας του Rock’n’Roll και φυσικά, τον κομβικό Eddie που όπως δήλωσε ο εμβληματικός Jeff Beck «επαναπροσδιόρισε τον τρόπο που παίζεται η ηλεκτρική κιθάρα». Έτσι λοιπόν δοξάζουμε νυν και αεί την ώρα και τη στιγμή που ο πρωτότοκος κάθισε στα τύμπανα που είχε αγοράσει ο βενιαμίν μοιράζοντας εφημερίδες, και έπαιξε τον ρυθμικό αυτοσχεδιασμό (drum solo) του “Wipe Out” των Surfaris μπρος στον εμβρόντητο Eddie. Αυτό ήταν. Τα υπόλοιπα αποτελούν καταγεγραμμένη ιστορία σε σελίδες χρυσοκέντητες. Βλέπεις λοιπόν; Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Η ανυπέρβλητη ακρίβεια με την οποία παίζει τις ρυθμικές κιθάρες μα και αυτά καθαυτά τα solos του των οποίων η αρχή, τα ενδιάμεσα syncopations και η κατάληξη μοιάζουν βιδωμένα στο  πάτωμα, πηγάζουν από την θητεία του αυτή.   

 Ο Eddie κυκλοφορούσε πλέον με την κιθάρα κρεμασμένη πάνω του. Οι ώρες που ξεπατίκωνε τα μαγικά, πρωτόλεια καμώματα του Clapton λιώνοντας τα βινύλια των Bluesbreakers και των Cream ήταν  αμέτρητες. Καταρχάς αυτόν, και στη συνέχεια τον Jimmy Page τον οποίο μάλιστα θεωρούσε πιο… συγγενικό. Δυο κομβικούς ήρωες της εξάχορδης Θεάς. Και κοίτα να δεις λοιπόν που από το 1978 και δώθε, μπήκε και αυτός στο club των Αθανάτων.

Όπως σε κάθε τι νεωτεριστικό, υπήρξε μια άλφα πορεία στην εξέλιξη της τεχνικής της ηλεκτρικής κιθάρας την οποία καθόρισαν κάποιοι ιδιαίτερα χαρισματικοί καλλιτέχνες. Τα βήματά τους θεμελιώδη.  Έτσι λοιπόν ο Scotty Moore την έβγαλε πρώτος στο προσκήνιο υποστηρίζοντας την ανέλιξη του Elvis σε Βασιλιά. Ο Chuck Berry την έκανε να μοιάζει με αεροπλάνο στα χέρια του επινοώντας επιπλέον το σήκωμα των χορδών που επέτρεψε επιτέλους τις «μπλε νότες» στην ταστιέρα (blue notes, τις νότες που βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα στη νότα και το ημιτόνιο). Οι Βρετανοί πρωτοπόροι Clapton, Beck & Peter Green προσέδωσαν σε όλα αυτά μια επιδημική αψάδα που ακόμη μας συντροφεύει, εξηνταπέντε χρόνια μετά. Ο Jimi Hendrix εκτίναξε το ρόλο της σε επίπεδα αλλόκοσμα, αποστομωτικά. Το αρχετυπικό δίδυμο των Ritchie Blackmore & Jimmy Page θεμελίωσε τη Μεγάλη του (σκληρού) Ροκ Σχολή. Και κάπου εκεί, όταν αυτοί οι δυο μονοπωλούσαν χρόνια και ζαμάνια όλα τα δημοψηφίσματα των ανά την υφήλιο μουσικών εντύπων, η φάπα υπήρξε βροντερή!

Δε θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που ο Κοσμάς Αμιραλής, κιθαρίστας-φαινόμενο στα 70’ς για την εγχώρια σκηνή (μέλος των COO & Booby Trap) έβαλε στην παρέα μας να ακούσει τούτον εδώ τον Εξωγήινο. Τα Πατήσια όπου γεννήθηκα και ζω ακόμη υπήρξαν λίκνο της Ελληνικής σκηνής. Θα ήταν κάπου στα μέσα του 1978, τότε αργούσαν οι δίσκοι να φτάσουν στην Ψωροκώσταινα, ακόμη και οι εισαγωγής που χρυσοπληρώναμε σε θρυλικά δισκάδικα όπως το “Music Corner”, το “Jazz Rock”, το “Happening”, τη «Στροφή Μανάκου». Με το που διάβασε η βελόνα την εισαγωγή του βδελυρού “Running with the Devil” μας πήρε και μας σήκωσε. «Τι ειν’ τούτο ρε συ;» βέλαξα. Προσγείωση Α.Τ.Ι.Α.? Ή νταλίκα που κορνάρει επίμονα και (προς)περνά ισοπεδώνοντας μας;;; Άκου τον πώς χαϊδεύει στιγμιαία τις χορδές στο ύψος του headstock με την μεταλλική του πένα. Ναι. Αυτή που τον έστειλε τελικά «άψαλτο» με καρκίνο στη γλώσσα και μετάσταση στον λαιμό… Με έναν  «άδειο», live-ίστικο ήχο που έκτοτε αναπαραγάγετε επακριβώς στις ζωντανές εμφανίσεις και μια απρόσμενη έπαρση που μονάχα από φτασμένους αστέρες περιμένεις, το ηφαιστειακό κουαρτέτο μας έπιασε γερά από το γιακά και μας ταρακούνησε συθέμελα. Έντεκα κομμάτια-δυναμίτες που απαιτούσαν ξεδιάντροπα μια θέση εξέχουσα στην εποποιία του Rock ‘n’ Roll. Μα ήταν στο άκουσμα του “Eruption” που μας προετοίμαζε για μια από τις πιο βαρβάτες διασκευές της δισκοθήκης μας (“You Really Got Me”) που έπεσε άκρα του τάφου σιγή. Χάσαμε το χρώμα μας, χάσαμε τα λόγια μας, χάθηκε η μπάλα. Ο άνθρωπος… ποιος άνθρωπος, αυτός δεν ήταν άνθρωπος! Ήχος; Η ανάσα του Godzilla όταν τσαντίζεται. Τεχνική; Ο τύπος μας δουλεύει. Φαντασία; Επιστημονική. Και το πιο αστείο από όλα; Όλα αυτά με μια ΕΚΝΕΥΡΙΣΤΙΚΗ άνεση που κυριολεκτικά καταρράκωσε ισόβια κάθε συνάδελφό του, επώνυμο και μη.

Η σελίδα είχε γυρίσει μια για πάντα.

Το γεγονός του ότι το ντεμπούτο των Van Halen πούλησε ενάμιση εκατομμύριο δίσκους μονομιάς διόλου τυχαίο είναι. Και πλέον έχει ξεπεράσει τα δέκα! Σε μια εποχή που τα καμώματα του αρχιερέα Hendrix ξεθώριαζαν στο πέρασμα του χρόνου, το Woodstock και ο ταχύτατος Alvin Lee έμοιαζαν ήδη μουσειακά εκθέματα και το μονοπώλιο της Αγίας Τριάδας των Page/Blackmore/Clapton στις πρώτες θέσεις των μουσικών δημοψηφισμάτων άρχιζε να κουράζει, το “Van Halen” έσκασε σα βόμβα ατομική! Διότι, οκει, οι John McLaughlin & Al DiMeola τσάκιζαν κόκαλα με τους Mahavishnu Orchestra & Return to Forever αντίστοιχα, όμως ήταν πολύ “jazz” για τα γούστα των απανταχού rockers.
Ξάφνου είχες στα χέρια σου τα πάντα. Κιθάρες έτσι που δεν τις έπαιξε ξανά ποτέ κανείς, πριν και μετά. Τύμπανα που θυμίζουν την (επίσης) εκνευριστική άνεση του αείμνηστου Neil Peart των Rush. Μπάσο που ακούγεται σαν κούτσουρο, μα σαν κατραπακιά, σε βιδώνει στο έδαφος. Και όλα τούτα με τον Louis Armstrong στο πιο ξανθό του (αφού εμφύτευσε μαλλιά και άσπρισε το δέρμα του σαν τον Jackson) με φούξια κολάν, να επιδίδεται σε γυμναστικές επιδείξεις. Eruption in your guts!  

To club “Starwood” στο Los Angeles υπήρξε καθοριστικότατο για αυτή την έκβαση. Ήταν εκεί που τους τσεκάρισε ο Gene Simmons των Kiss και φανερά εντυπωσιασμένος, τους έφτιαξε το ζωντανά ηχογραφημένο demo (πλέον γνωστό ως “Zero Demos”) που τους έκανε γνωστούς στο κύκλωμα, κι ας απορρίφθηκε από όλες τις δισκογραφικές σε πρώτη φάση. Εκεί όμως τους ανακάλυψε την επόμενη χρονιά και ο Ted Templeman, πείθοντας τον ιδιοκτήτη της Warner Bros Mo Ostin να τους υπογράψει συμβόλαιο στην εταιρία του. Ο διάσημος παραγωγός είχε ήδη στο βιογραφικό του συνεργασίες με ονόματα όπως οι Doobie Brothers, Van Morrison, Little Feat, Montrose, Carly Simon κ.α. Ακόμη θυμάται τη νύχτα που ήρθε σε επαφή με την πηγαία αυθάδεια του κουαρτέτου, σε ένα μισοάδειο κλαμπάκι του Hollywood. «Με το που βγήκαν στη σκηνή, έμοιαζαν με μια μπάλα που την πυροβόλησε κανόνι! Μονομιάς έμεινα άφωνος με τον Eddie… Αυτό που αντιμετώπισα στα δυο μέτρα έμοιαζε με κεραυνοβόλο έρωτα από το πρώτο ραντεβού. Η απαράμιλλη δεξιοτεχνία του μου θύμισε τιτάνες της Jazz όπως οι Charlie Parker & Art Tatum!...».

Τα όσα μας χάρισε έκτοτε ο Eddie πλουτίζουν τη δισκοθήκη μας μοναδικά. Έως και το υποτιμημένο από μερικούς “Balance” του 1995, η προσφορά του στο σκληρό ήχο δύσκολα συναντάτε. Κι αν τα “Van Halen III” (1998) & “A Different Kind of Truth” (2012) τον ήθελαν ανέμπνευστο σε σχέση με τα διαμάντια του παρελθόντος, ο άχαρος χαμός του παραμένει πρόωρος και αβάστακτος για όσους διαμορφωθήκαμε από τα μαγικά του κόλπα. Για εμάς που μας άγγιξε το άσβεστο χαμόγελό του.«Ξεκουράσου Δάσκαλε» έγραψε χθες ο David Gilmour. «Ο Eddie ήταν θαυματοποιός της κιθάρας, ήταν ένα σπάνιο δώρο στον κόσμο της μουσικής» ομολογεί ο Angus Young. «Ήταν ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό ον, ένα υπέροχο πλάσμα, ένας πολύ καλός φίλος, ένας λαμπρός κιθαρίστας που θεοποιήθηκε δικαίως από εκατομμύρια οπαδών» γράφει ο Tony Iommi.
Όμως για κείνο το χαμόγελο του, θα κλείσω αλλιώς κι αλλιώτικα, και όχι βουρκωμένα.

Το 2003 είχα την τιμή να συνομιλήσω αυτοπροσώπως με τον Alan Holdsworth, τον άλλο Διαπλανητικό master της ηλεκτρικής. Οι fusionάδες προσκυνούμε και αυτόν τον εκλιπόντα, ταπεινά. Όταν λοιπόν τον ρώτησα τι έχει να απαντήσει στη δήλωση του Eddie πως «ο μοναδικός κιθαρίστας που ουδέποτε μπόρεσα όχι μόνο να παίξω, μα και να καταλάβω, είναι ο Holdsworth», με μάτια γυορλωμένα μου απάντησε «σοβαρά μιλάς; δεν το πιστεύω, ειδικά από αυτόν… αφού ούτε εγώ μπορώ να παίξω αυτά που κάνει!»…
Σκέψου λοιπόν μια στιγμή τους απαράμιλλους αυτοσχεδιασμούς του. Τα solos του που, απλά, ΔΕΝ παίζονται! Πόσο μάλλον να τα σκεφτείς, να τα γεννήσεις. Διάβασα λοιπόν πριν χρόνια μια φράση εκλεκτού συναδέλφου σε Αγγλόφωνο μουσικό έντυπο που έκτοτε έγινε το μότο μου όποτε αναφερόμουν στον αδικοχαμένο μου ήρωα, αφού τα λέει όλα.

«Οι αυτοσχεδιασμοί του Van Halen μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκει στην κεφαλή μιας θεόρατης σκάλας, και με το που του δώσεις μια σπρωξιά, κουτρουβαλά μαλλιοκούβαρα, για να καταλήξει όρθιος & υγιής, με τα πόδια να πατούν στέρεα στο έδαφος! Ξανά και ξανά».
Ναι ρε φίλε. Ναι.

Υ.γ.: σας προσκαλώ να διαβάστε επίσης την απίστευτη εξιστόρηση του βετεράνου φίλου Αλέξανδρου Ριχάρδου!

http://www.rockmachine.gr/2018/11/van-halen.html?fbclid=IwAR0j3BC_oo0HD6wFfVE9IbqZkhF-1D4dU4ufqxrz98XQETu5UtYiiX6sWt0
   

Read 149 times

Leave a comment