GARY MOORE: «Γιορτάζοντας» 10 χρόνια απουσίας με ακυκλοφόρητα διαμάντια

Friday, 23 April 2021 14:19
Published in Shot from the Vault

Εδώ και λίγες μέρες παρέλαβα ως εκπρόσωπος μουσικού μέσου ένα απρόσμενο δώρο από το πουθενά. Και επειδή ως άνθρωπος μοιράζομαι όλες μου τις χαρές έτσι που να πολλαπλασιάζω την ευεργετική τους ιδιότητα, ο εν λόγω φόρος τιμής στον αείμνηστο Gary Moore παρέα με κείνον του Jack Syrmaleon κρίνεται επιβεβλημένος!

Κείμενο- συναυλιακές φωτογραφίες: Χρήστος Κισατζεκιάν

To “How Blue Can You Get” κυκλοφορεί στις 30 Απριλίου από την Provogue της δισκογραφικής Mascot Label Group με ακυκλοφόρητα και εναλλακτικά άσματα του εκλιπόντα, ως μάνα εξ ουρανού για όλους εμάς που μείναμε σύξυλοι όταν ο Gary Moore έφυγε στον ύπνο του από καρδιακή προσβολή τα ξημερώματα Κυριακής 6 Φεβρουαρίου του 2011, ενώ ήταν διακοπές στην Costa Del Sol της Ισπανίας. Κι αν ήταν αρκετοί από το σινάφι μας που από το 1990 του κρατούσαν μούτρα επειδή γύρισε «πλάτη» στο hard & heavy rock (γεγονός που προσωπικά κρίνω τραγελαφικό), δεν υπήρξε ούτε ε-ν-α-ς που δεν έπαθε σοκ από τον απρόσμενο, πρόωρο χαμό του! Όλοι μας τρέξαμε να ακούσουμε αυθημερόν, τσίτα γκάζια, τον πιο αγαπημένο μας δίσκο του…

Ο Gary Moore γεννήθηκε στο εκρηξιγενές Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στις 4 Απριλίου του 1952, κληρονομώντας την ιδιοσυγκρασία της ηρωικής πόλης εξαρχής. O δεδηλωμένος έρωτάς του με τους Bluesbreakers του αειθαλή John Mayall σε συνδυασμό με τα καμώματα του ουρανοκατέβατου Jimi Hendrix και το εκρηκτικό cocktail των τότε νεοσύστατων Cream του Eric Clapton, έβαλαν από πολύ νωρίς τον μικρό Gary στην πρίζα. Κυριολεκτικά! Όμως ήταν ο Peter Green και οι πρώιμοι Fleetwood Mac που τον σημάδεψαν εσαεί. Και τούτο είναι πασιφανές.

Πριν καλά-καλά κλείσει τα δέκα, μετακόμισε οικογενειακώς στο πιο βιώσιμο Δουβλίνο όπου και στα δεκαπέντε του ήταν πανέτοιμος, τόσο, ώστε να γίνει κιθαρίστας των ντόπιων Granny’s Intentions που σύντομα μετονομάστηκαν Skid Row, όπου τραγουδούσε νεαρός μιγάς εν ονόματι Phillip Lynott(!). Από πολύ νωρίς φανέρωσε τάσεις φυγής και έναν άστατο χαρακτήρα που μεταξύ άλλων τον ήθελε να αλλάζει μπάντες και μουσικούς συνεργάτες σαν τα πουκάμισα. Προσωπικά δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο άλλο τόσο τρανό παράδειγμα κυκλοθυμικής τάσης στην εξηντάχρονη πορεία του rock. Διότι θεωρώ πως ο Moore υπήρξε πιο ευμετάβλητος και από τον Richie Blackmore! Μα θυμίσου λιγάκι τα σχήματα μα και τα μουσικά ιδιώματα που δοκίμασε: ατόφιο 60’s hard rockin’ blues με τους Βρετανούς Skid Row. Πρώιμο jazz rock fusion με τους Gary Moore Band. 70’ς hard rock με τους τεράστιους Thin Lizzy. Επιδειξιμανές fusion με τους Colosseum II. Τεχνοκρατικό hard rock με τους G Force. Και μια προσωπική πορεία εξίσου αλλοπρόσαλλη μα συνάμα (επί το πλείστον) αξιοζήλευτη: από το κιθαριστικό hard rock έως τις παρυφές του heavy metal και από το λευκό hard rockin’ blues έως και τα rave- ίζοντα πειράματά του, o Moore γκρέμισε επανειλημμένα  τα όρια και τα εύθραυστα στεγανά που χωρίζουν τα σύγχρονα είδη της ηλεκτροδωτούμενης μουσικής.

Προσωπικά πρόλαβα να τον απαθανατίσω δυο φορές επί σκηνής. Τη μια στο Tae Kwon Do στο Φαληρικό Δέλτα το 2008 και την άλλη στα πλαίσια του High Voltage Festival στο Victoria Park του Λονδίνου το 2010, από όπου και οι συναυλιακές εικόνες που κοσμούν αυτό το μικρό φόρο τιμής. Την πρώτη ανατρίχιασα σε βαθμό που, αποχωρώντας αποσβολωμένος, περιγελούσα τους αξιοθρήνητους που προτίμησαν να απέχουν επειδή θα έπαιζε μονάχα blues!... Και για δες που τη δεύτερη όπου έπαιξε αρκετά από τα «σκληρά» του συνοδευόμενος μάλιστα και από τον Neil Carter, υπήρξε έως και απογοητευτικός.

Είχα επίσης την τύχη να κάνω μαζί του δυο τηλεφωνικές συνεντεύξεις, προετοιμασμένος για έναν… «Αδόλφο Χίτλερ» όπως μου τον είχε περιγράψει χαρακτηριστικά ο Glenn Hughes. Καμία σχέση! Και τις δυο φορές ο Gary υπήρξε ευδιάθετος, ισορροπημένος, ειλικρινέστατος έως και αυτοσαρκαζόμενος, επιχειρώντας μια απρόσμενα σκληρή αυτοκριτική, χωρίς όμως να χάνει το χιούμορ του ούτε στιγμή!

«Όλοι με ρωτούν για εκείνη τη ξαφνική στροφή μου στα blues. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην είμαι ειλικρινής μαζί σου. Είχα πλέον μπουχτίσει τόσο πολύ με αυτό το Μεγάλο Τσίρκο του heavy metal των μεγάλων παραγωγών, της επιβλητικής σκηνικής παρουσίας και της έπαρσης, που δεν το άντεχα άλλο. Αποζητούσα ξανά την αμεσότητα της μουσικής με την οποία είχα μεγαλώσει και πάντοτε αγαπούσα: των blues» ομολόγησε ο αγαπημένος μου ήρωας εξαρχής από τηλεφώνου. «Ο Bob (Daisley) το είχε καταλάβει και συνήθιζε να παίζει μαζί μου στα παρασκήνια πριν βγούμε μπροστά σε είκοσι χιλιάδες ανθρώπους. Μέχρι που μια φορά μου είπε «μα καλά, γιατί δε βγάζεις έναν blues δίσκο επιτέλους;» και γω γέλασα. Έλα όμως που όταν το τόλμησα αποδείχθηκε ότι πιο πετυχημένο είχα κάνει έως τότε! Θυμάμαι μάλιστα τους υπεύθυνους της δισκογραφικής εταιρίας στην οποία ανήκα να μου το πλασάρουν ως «χάρη» αυτό το πείραμα, πιστεύοντας πως ήταν ένα απλό καπρίτσιο της στιγμής που θα το ξεπερνούσα και θα ηχογραφούσα ξανά την επομένη ένα hard & heavy rock album. Βέβαια όλα αυτά μέχρι που άκουσαν το ομώνυμο τραγούδι… Τότε κατάλαβαν τι θα επακολουθούσε. Χαζοί δεν ήταν! Και φαντάσου πως το πρώτο take (η πρώτη-πρώτη προσπάθεια που μοιάζει με πρόβα) του “Still Got The Blues” ήταν εν τέλει και αυτό που κυκλοφόρησε ως single. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Μια κι έξω! Κι ας του φερόμασταν λες και ήταν demo, μέχρις ότου το ηχογραφήσουμε «σωστά». Πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Και αμέσως μετά ακολούθησε η κινδυνολογία. «Τι πας να κάνεις; Όλοι σου οι οπαδοί θα σε μισήσουν για αυτό. Θα σε σκοτώσουν. Θα σε γιουχάρουν». Έως ότου βρέθηκα επί σκηνής έτοιμος για όλα, για μια δοκιμαστική περιοδεία έξη μηνών. H οποία τελικά κατέληξε στην πιο μακρόχρονη της καριέρας μου, σε στάδια και αρένες των εκατό χιλιάδων… Μιλάμε για μια απρόσμενη έκπληξη από το πουθενά»   

Ο Ιρλανδός μουσικοσυνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και αχαλίνωτος κιθαρίστας γεννήθηκε Ηγέτης. Και αν κάτι το ήθελε ξεχωριστό, εκεί ψηλά στην κορυφή των guitar heroes, είναι πως εξαρχής υπήρξε λυσσαλέος μαχητής πρώτης γραμμής σε ότι κι αν επιχειρούσε. Και με αυτή τη λύσσα την κακιά, ήταν που έδενε κόμπο την ηλεκτρική κιθάρα του μια ζωή, είτε εντός των τειχών, είτε απάνω στα σανίδια!

O απόλυτος άρχοντας του vibrato, ο τελειομανής, ανικανοποίητος, ξεροκέφαλος, ατίθασος και ανέκαθεν ανένταχτος έως και απροσάρμοστος βιρτουόζος, υπήρξε μέντορας και υποκινητής αμέτρητων κιθαριστών του σήμερα. Διάβασε δηλώσεις του Kirk Hammet, του Zakk Wylde, του John Norum και δεκάδων ακόμη επωνύμων, μη στα αραδιάζω εγώ, ο κανένας. Έλιωνε στην εξάσκηση για να πραγματοποιεί τους εκάστοτε στόχους του και ουδέποτε άφησε τις «ταμπέλες», τις μόδες, τους επώνυμους συναδέλφους του μα και τις δισκογραφικές να τον περιορίσουν. Όμως το κυριότερο;;; Αψήφησε επανειλημμένα ακόμη και τους ίδιους του τους οπαδούς και τις όποιες προσδοκίες μας από αυτόν, ακλουθώντας τυφλά τις προσταγές της ψυχής του.

Τούτο λοιπόν το φετινό, ξεκούδουνο δισκογραφικό απόκτημα, δόξα το Θεό, αξίζει τον κόπο, αφού διαφοροποιείται από κάθε παρόμοια εκσκαφή που καπηλεύεται τη λατρεία μας προσβλέποντας στο ξεδιάντροπο μεταθανάτιο κέδρος συγγενών (βλέπε την διαβόητη περίπτωση της Janie Hendrix). Και τούτο διότι το επερχόμενο “How Blue Can You Get” εμπεριέχει αξιολογότατα ευρήματα που δεν έμειναν στο ράφι για λόγους ανεπάρκειας ή και πρόχειρης, δοκιμαστικής ηχογράφησης (demo sessions). Έμειναν στο ράφι συγκυριακά, λόγω αιφνίδιου θανάτου.

Όμως μη μακρηγορώ. Και μόνο το ala “Parisienne Walkways” “In My Dreams” να πρόσφερε η οικογένεια του σε όλους μας, έφτανε και περίσσευε για τον όβολό μας! Πόσο μάλλον όταν ακολουθείται από ένα ισάξιο “Looking At Your Picture”. Από την εισαγωγική διασκευάρα “I’m Tore Down” του Freddie King και τις αντίστοιχες στο “Steppin’ Out” του Memphis Slim, το “Done Somebody Wrong” του Elmore James, όπως και το ομότιτλο, επτάλεπτο έπος “How Blue Can You Get” του διδασκάλου B.B.King, τούτη η ανθολογία έρχεται να ποτίσει το διψασμένο μας μαράζι για αυτόν το γητευτεί της εξάχορδης θεάς που στο πέρασμά του από τα εγκόσμια, σημάδεψε τις νύχτες μας, μια για πάντα.  

Concert shots copyright @ Athens 2008 & London 2010 by Chris Kissadjekian

 


Leave a comment