ACCEPT “Metal Heart”  (Breeze/EMI/CBS-1985)

ACCEPT “Metal Heart” (Breeze/EMI/CBS-1985)

Πέρασαν κάμποσα χρόνια από τότε που θέλησα να μοιραστώ μαζί σας την βαθιά ευγνωμοσύνη μου για την απίστευτη ενέργεια που…

More...
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (1943-2022)

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (1943-2022)

Ο καλός μου φίλος, ο ΒαγγέληςΘυμάται (και αγαπά) ο Τάκης Κρεμμυδιώτης

More...
CRADLE OF FILTH: Προσμένοντας τους Vamp Metal Gods

CRADLE OF FILTH: Προσμένοντας τους Vamp Metal Gods

“Πολύ κρύα τα πράγματα εδώ μπροστά. Για ζεσταθείτε λίγο. Έτσι κι αλλιώς, όλοι στην Κόλαση θα πάτε!” (Dani Filth)Σάββατο 11…

More...
THIEVERY CORPORATION: Υποστηρίζοντας φέτος στους Pet Shop Boys

THIEVERY CORPORATION: Υποστηρίζοντας φέτος στους Pet Shop Boys

«Αγαπάμε όλα τα είδη της Μουσικής, και είναι αυτός ο λόγος που οι Thievery Corporation ακούγονται όπως ακούγονται. Και παρότι…

More...
DARK TRANQUILLITY – ENSIFERUM – PYOGENESIS – GWENDYDD - Fuzz Club, Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

DARK TRANQUILLITY – ENSIFERUM – PYOGENESIS – GWENDYDD - Fuzz Club, Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Μια πολύ δυνατή περιοδεία που πέρασε και από την χώρα μας. Κάτι σχετικά σπάνιο τα τελευταία χρόνια. Και τα τέσσερα…

More...
IGGY POP: Το απεχθές συμβάν της τελευταίας βραδιάς του Φεστιβάλ “Rock Of Gods” το Καλοκαίρι του 1996

IGGY POP: Το απεχθές συμβάν της τελευταίας βραδιάς του Φεστιβάλ “Rock Of Gods” το Καλοκαίρι του 1996

Έχοντας αναγνώσει την απίστευτη αναμνηστική ιστορία του θαυμαστού Γιάννη Πετρίδη στην ηλεκτρονική Athens Voice, το σκέφτηκα διπλά να καταγράψω κάτι…

More...

MASTODON "Once More ‘Round the Turntable" - The Tribute

Monday, 29 August 2016 11:11
Συντάκτης:
Published in Special Guests

Ώρα να βγω από την ελιτίστικη underground ντουλάπα μου: οι Mastodon πρέπει να είναι η HEAVY METAL μπάντα που έχω ακούσει περισσότερο στην ζωή μου μετά τους Voivod και τους Metallica! Η επερχόμενη συναυλία τους στην Αθήνα στις 30 Αυγούστου αποτέλεσε αφορμή να ξαναπεράσει η δισκογραφία τους για πολλοστή φορά από το πολύπαθο πικάπ μου, και το αποτέλεσμα ένα μικρό (έως και μεγάλο) «δίσκος με δίσκος», αφιέρωμα.

Γράφει ο ΤΑΣΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

REMISSION (2002 - Relapse Records)

Το ντεμπούτο full-length των Mastodon είναι τόσο μα τόσο δίσκος της εποχής του. Μιας εποχής που ενώ το nu-metal έπνεε τα λοίσθια, είχε συμπαρασύρει μαζί του το mainstream metal σε έναν τέτοιο απύθμενο πάτο αποβλάκωσης που σε σύγκριση οι κρετίνοι που έπαιζαν στα late 80s glam/hair metal συγκροτήματα φάνταζαν θεωρητικοί φυσικοί.
Ήδη όμως από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας στο underground σιγόβραζαν λύσεις. Οι Neurosis άλλαζαν τον άξονα περιστροφής της γης με συνέπεια να εξακολουθήσει η γέννηση του post metal, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η παρανόηση/υπέρ-απλούστευση αυτού που έκαναν οι τιτάνες από το Oakland, από middle-class hipster kids όπως οι Isis. Το hardcore, με μπαντες όπως οι Cave In, Coalesce, Deadguy, Converge & Dillinger Escape Plan ξέφευγε από το μπραβάντο και τον ματσισμό που το είχε τελματώσει και γίνονταν πάλι ρηξικέλευθο. Οι Gorguts, Cryptopsy & Nile ξυπνούσαν το death metal από το λήθαργο, ενώ oι High On Fire, ξεκολλούσαν τον doom/sludge/heavy rock ηχο, πείτε τον όπως θέλετε, από τον γελοίο stoner rock μπαφό-ηδονισμό στον οποίο είχε καταπέσει.

Και οι περισσότερες από αυτές τις ζυμώσεις λάμβαναν χώρα στον «στάβλο» της Relapse Records, μια εταιρίας που ενώ ξεκίνησε από το βαθύ death & grind underground στις αρχές των 90s, μέχρι το τέλος της δεκαετίας είχε μαζέψει και πρέσβευε ότι καλύτερο, φιλοπρόοδο και πειραματικό είχε να επιδείξει ο ακραίος ήχος, ανεξαρτήτως ιδιώματος(metal, punk, hardcore, industrial κ.τ.λ.). Αρκεί οποιοδήποτε από τα “Contaminated” label samplers, που έβγαζε η εταιρίας ως δείγμα/showcase για το roster της, εκείνης της εποχής ως απόδειξη τούτου.
Και μέσα σε αυτό το κλίμα, στην αλλαγή της δεκαετίας, σκάνε οι Mastodon. Ο ντράμερ Brann Dailor και ο κιθαρίστας Bill Hinds μπορεί να ηταν Γιάνκηδες, αλλα έρχονταν από προϋπηρεσία στους φοβερούς και τρομερούς Τεξανούς Today Is Day, έχοντας ηχογραφήσει και περιοδεύσει για το τρομακτικό “In The Eyes Of God”(1999), ακόμη ένα από αυτά τα άλμπουμ που όρισαν τον ακραίο ηχο εκεί στο μεταίχμιο μεταξύ 90s & 00s. Μετακομίζουν στην Ατλάντα της Τζώρτζια, και βρίσκουν τους Νότιους Troy Sanders στο μπάσο και Brent Hinds στην κιθάρα.

Μετά από μερικά demo & EP το ντεμπούτο τους “Remission” βγαίνει το 2002. Ναι, οι Neurosis, στο «ελαφρύτερο» βέβαια, βρίσκονται παντού, ναι υπαρχει αυτή η τρελή math-core αίσθηση, κυρίως λόγο του εξωφρενικού και ασταμάτητου τρόπου παιξίματος του Dailor, χωρίς όμως βέβαια αυτή την middle class-y hardcore αποστασιοποίηση των Converge & Dillinger, αλλα υπαρχει και κάτι άλλο σημαντικότερο στους Mastodon, που ουσιαστικά θα τους διαχωρίσει από τις μπάντες με τις οποίες ξεκίνησαν μαζί, και θα τους εκτινάξει στο mainstream. Υπαρχει μια κλασσική hard rock & metal ευαισθησία, και στον τρόπο που παίζουν, κυρίως στις κιθάρες, αλλα και στον τρόπο που δομούν τα τραγούδια τους. Ναι, και οι φίλοι, επιρροές και συνοδοιπόροι τους, High On Fire την έχουν, μόνο που αυτοί είναι λες και παίζουν μέσα σε μπουλντόζα που αλέθει μονόλιθους.

Ο δίσκος είναι ηχητικά ωμός αλλα διαυγής συγχρόνως, και έτσι δεν τρομάζει τους λίγο πιο «έξω». Είναι δομημένος με μια «γρήγορο/σκληρό τραγούδι» εναλλάξ με «αργό/ψυχεδελικό τραγούδι» αλληλουχία. Τα φωνητικά εδώ δεν είναι ξεκάθαρα. Δεν καταλαβαίνεις ποιος τραγουδά τι. Καταλαβαίνεις ότι ίσως είναι περισσότεροι από έναν αυτοί που γκαρίζουν/ουρλιάζουν, αλλα ακόμη δεν έχει υιοθετήσει ο καθένας από τα μελη της μπάντας τις ξεχωριστές φωνητικές περσόνες τους, όπως θα κάνουν πολύ σύντομα στο μέλλον. Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του ήχου τους είναι παρόντα, αλλα ακόμη δεν έχουν αρχίσει να προσμιγνύονται μεταξύ τους. Σε σχέση με ότι το ακολουθησε ακούγεται άγουρο. Αυτό όμως δεν αφαιρει από την γοητεία του, κυρίως λόγο του zeitgeist της εποχής που εκπροσωπεί.

Μεταλόμετρο: Μπορεί τα “March Of The Fire Ants”, “Workhorse”, αλλα και τα αλλα από τα «σκληρά» τραγούδια του να είναι αδιαπραγμάτευτα metal, το “Burning Man” είναι σχεδόν thrash, αλλα για τον «μέσο μεταλλά» το όλο πράγμα ακούγεται μάλλον περισσότερο hardcore. Αυτό θα αλλάξει πολύ πολύ σύντομα.

Προγκόμετρο: Υπαρχουν τεχνικά και πολύπλοκα μέρη, υπαρχει το παίξιμο του Dailor στα τύμπανα, αλλα όποια τεχνικότητα είναι μάλλον περισσότερο στο κλίμα συγκροτημάτων όπως οι Today Is The Day ή Cave In ας πούμε, παρά αμιγώς “prog”. Θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμη για να αναδυθεί η prog nerd-ίλα τους.

Ψυχεδελόμετρο: Σιγουρα τραγούδια σαν τα “O’le Nessie”, “Trainwreck” & “Trilobite” την έχουν την ψυχεδέλεια τους, αλλα εδώ μάλλον έχουμε να κάνουμε περισσότερο με μια νέα μπάντα η οποία λατρεύει τους Neurosis και δοκιμάζεται, με μεικτά αποτελέσματα, στην τεχνική του απαράμιλλου έλεγχου δυναμικών των μεντόρων τους. Από την άλλη και η ενέργεια τους είναι ακόμη αρκετά ατίθαση και νευρωτική, και ο ήχος δεν είναι αρκετά οργανικός, και όλα αυτά που έπιναν/κάπνιζαν δεν είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται/κατακάθονται ακόμη, όποτε δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «ψυχεδέλεια». Κάποια ψήγματα υπάρχουν αλλα περισσότερα και από αυτό στο μέλλον.

Κλασσικοροκόμετρο: Το έβλεπες ότι αυτά τα παιδιά, και ιδιαίτερα ο Hinds, τους αγαπούσαν τους Thin Lizzy τους. Περισσότερα και από αυτό στο μέλλον.

LEVIATHAN (2004 - Relapse Records)

Ο δίσκος που έβαλε τους Mastodon για τα καλά στον χάρτη, διεύρυνε το κοινό τους, τους ξεχώρισε από τις άλλες μπαντες από της γενιάς τους, και που, μεγάλη κουβέντα μην πεις, μάλλον δίκαια θεωρείται ο καλύτερος, ή τουλάχιστον από τους καλύτερους, HEAVY METAL, και όχι μόνο, δίσκους της νέας χιλιετίας.

Εδώ ο ήχος τους μέστωσε. Τα «τρελά» hardcore μέρη δεν ξεχωρίζουν από τα αμιγώς metal. Και αυτά με την σειρά τους ούτε με τα κλασσικά rock, αλλα και ούτε με ότι άλλη παλαβομάρα τους έρχεται να κάνουν(βλ. το country πέρασμα στο “Megalodon” πριν αυτό ξεσπάσει σε all out speed/thrash). Εδώ οι «τραγουδιστές» αρχίζουν και βρίσκουν τις φωνές τους. Ο Sanders υιοθέτει το χαρακτηριστικό μπάσο «φωνάζω διαταγές από την κορυφή ενός βουνού» επικό στυλ του, ενώ ο Hinds είτε ουρλιάζει υψίφωνα, είτε όταν δοκιμάζει γενναία τις πρώτες αποκλίσεις του από τα φωναχτά φωνητικά, όπως στο “Naked Burn”, προβάρει την «μεθυσμένος Ozzy» περσόνα που θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον στην μετέπειτα πορεία της μπάντας.

Ο ήχος δεν είναι τέλειος, δείχνει όμως μια μπάντα σε αναζήτηση ενός οργανικού, μεστού κλασσικού ροκ ήχου. Και πρώτη εμφάνιση και του μεγάλου Scott Kelly στα guest φωνητικά, στον ρόλο του σοφού γέροντα(copyright Μήτσος Τσούνταρος)
Το “Leviathan” είναι κλασσικό.

Μεταλόμετρο: “Spear of the Norse god Odin, praise our pagan father”, λέει ο στίχος στο “Island”! Πως σας φαίνεται αυτό για heavy fuckin’ metal; Το προαναφερθέν thrash ξέσπασμα στο “Megalodon”. ΟΛΟ το “Blood And Thunder”. Τίτλος “Iron Tusk”. Θαλάσσια τέρατα. Πόσο πιο γαμημένα METAL δηλαδή; Σοβαρά τωρα όμως υπαρχει ένας σοβαρός λόγος που το “Leviathan” έβαλε τους Mastodon στην συνείδηση του «μέσου μεταλλά». Γιατί πολύ απλά είναι metal δίσκος. Έχει metal αύρα. Δεν είναι ο δίσκος μιας hardcore μπάντας με metal στοιχεία. Είναι απλά metal.

Προγκόμετρο: Εδώ άρχισαν τα concept. Εδώ άρχισαν να εμφανίζονται μέρη, αλλα και ολόκληρα κομμάτια (βλ. “Hearts Alive”) που δεν είναι απλά «τεχνικά». Είναι αμιγώς prog. Εδώ άρχισε να ανθίζει η χαρακτηριστική τους prog-o-nerd-ίλα.

Ψυχεδελόμετρο: Μάλλον θα έλεγα ότι είναι ο λιγότερο ψυχεδελικός δίσκος τους. Η μπάντα είναι πολύ λυσσασμένοι γι’ αυτό. Έχουν περιοδεύσει, ανακαλύπτουν τις χαρές της χημείας του μεταξύ τους παιξίματος. Ψυχεδέλειες αργότερα.

Κλασσικοροκόμετρο: Ο ήχος της κιθάρας είναι ζεστός και μεσαίος. Οι τύποι έχουν μια τέτοια «κλασσική» αισθητική, και όχι ας πούμε σύγχρονη κλινική, ψηφιακή προσέγγιση. Το outro “Joseph Merrick” με τα Hammond του είναι μάλλον η πιο αμιγώς ροκ στιγμή του δίσκου.

BLOOD MOUNTAIN (2006 - Reprise Records)

Πρώτο τους άλμπουμ για πολυεθνική, κίνηση, που σε συνδυασμό και με το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου, απομακρύνει όλο και περισσότερο τους Mastodon από όπου και αν ηταν αυτό που ξεκίνησαν.

Όταν πρώτο ειχα ακούσει το “Blood Mountain” μάζευα τα κομμάτια μου. Τωρα θα έλεγα ότι ενώ ακόμη το απολαμβάνω, μου φαίνεται ότι υστερεί σε εστίαση και συγκέντρωση, και ότι είναι και σχετικά άνισο γέρνοντας περισσότερο προς το πρώτο μισό του. Η μεγάλη εξέλιξη βρίσκεται στο ότι υπαρχει ποικιλία όπως και στο “Leviathan”, αλλα σε αντίθεση με αυτό, δεν ρέει σαν ένα σύνολο, σαν ένα μεγάλο συνεχόμενο κομμάτι. Αντιθέτως φαίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να μην προσπαθήσουν να χωρέσουν όσες περισσότερες διαφορετικές επιρροές μπορούν σε ένα κομμάτι, αλλα το καθένα να έχει μια δίκια του ξεχωριστή ατμόσφαιρα.

Έτσι έχουμε hardcore punk με το εναρκτήριο “The Wolf Is Loose”, μετά επικό heavy metal με το “Crystal Skull”, χαλάρωση και ψυχεδέλεια με το “Sleeping Giant”, και μετά το τριπλό σερί prog παράνοιας “Capillarian Crest”, Cycle Of Cysquatch” & το Melvins-ικό instrumental “Bladecatcher”, συνεχίζουμε με την πρώτη QOTSA εμφάνιση, και κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε δίσκο Mastodon, το “Colony Of Birtchmen”, μετά τίγκα metal με τα “Hunters Of The Sky” & “Hand Of Stone”, progressive metal κορυφή με το “This Mortal Coil”, ψυχεδελικό- prog μπερδέματα με το “Siberian Divide” και το αμιγώς heavy metal τελείωμα του, και για τέλος ατμοσφαιρικό ψυχεδελικό κλείσιμο με το “Pendulous Skin”.

Ο Rich Costey(The Mars Volta, Muse, Sigur Ros) είναι υπεύθυνος για τον καθαρότερο και πιο τιθασευμένο ηχητικά δίσκο τους, ακόμη και έτσι όμως είναι εμφανές ότι η μπάντα είναι ακόμη σε λυσσασμένη συνεχόμενη ανοδική πορεία αυτό-ανακάλυψης.

Μεταλόμετρο: Ο δίσκος έχει τις αμιγώς metal στιγμές του(βλ. παραπάνω), έχει μια καθαρή, διαυγή παράγωγη από αυτές στις οποίες αρέσκεται ο «μέσος μεταλλάς», αλλα νομίζω ότι τελικά έχει περισσότερες στροφές και γυρίσματα, και μια γενική παράνοια η οποία τον καθίστα λιγότερο “heavy metal” και από τον προηγουμενο, αλλα και από τον επόμενο δίσκο της μπάντας.

Προγκόμετρο: Τίγκα κόκκινο έχει βαρέσει το «προγκόμετρο» εδώ. Από την επιλογή παραγωγού(βλ. παραπάνω), στους καλεσμένους Cedric Bixler-Zavala & Isaiah Ikey Owens των The Mars Volta, στην τσιφτετέλο-prog παράνοια του riff του “Bladecatcher”, έως το concept με τα κρυστάλλινα κρανία και τα μονόφθαλμα μυθικά τέρατα, όλα δείχνουν ότι η prog-o-nerd-ίλα των Mastodon έχει ανθήσει πλήρως. Και όμως έρχονται και αλλα.

Ψυχεδελόμετρο: Μπορεί η παραγωγή να είναι καθαρή, ευτυχώς δεν είναι όταν έχει να κάνει με τις τρελές, βρώμικες lead κιθάρες τους επίσης τρελού Hinds, και μπορεί στα «σκληρά» τραγούδια να λυσσούν, αλλα εδώ είναι ο πρώτος δίσκος τους που όταν κάθονται κάτω, στρίβουν ένα χαλαρό και μετά cool-άρουν, τότε ψυχεδελιάζουν πραγματικα. Άκου το “Pendulous Skin”.

Κλασσικοροκόμετρο: Ότι ισχύει για τις ψυχεδέλειες παραπάνω ισχύει και για τις «ροκιές». Άκου τα “Sleeping Giant” & “Colony Of Birtchmen”.

CRACK THE SKYE (2009 - Reprise Records)

Το “Crack The Sky” είναι ένα τέλειος δίσκος. Είναι όμως και ο δίσκος που πήγαν τόσο μακριά που από τότε δεν τόλμησαν να το ξανακάνουν. Τους εξάντλησε. Και να τον συνθέσουν, και να τον ηχογραφήσουν και να τον παίξουν ζωντανα. Είναι επίσης ο τελευταίος τέλειος δίσκος των Mastodon. Οι αυστηροί που μετρούν τα σερί δίσκων θα σταματούν εδώ. Οι υπόλοιποι θα προσθέτουν τουλάχιστον συν 2 και βλέπουμε. Θα διχάζει για πάντα. “Leviathan” ή “Crack The Skye”;

Ας ξεκινήσουμε από την τελειότητα της παραγωγής του Brendan O’Brien(Bruce Springsteen, Bob Dylan, AC/DC, Neil Young, Soundgarden, Red Hot Chili Peppers, RATM κ.α.), για την οποία ο καλός μου φίλος Πάνος Φαρόπουλος είχε πει ότι, είναι τόσο ζωντανή που ακούς τα σίδερα από τα τύμπανα να τρίζουν. Δεν είναι όμως μόνο η φυσικότητα του ήχου, χαρακτηριστικό άλλωστε του εν λόγο παραγωγού. Είναι το ότι έβαλε του ατίθασους Mastodon να ενορχηστρώσουν τα κομμάτια τους. Έτσι το “Crack The Skye” δεν λειτουργεί μόνο «οριζόντια», δηλαδή το πως είναι δομημένα γραμμικά τα τραγούδια, μέση, αρχή, τέλος, και ότι υπαρχει μεταξύ αυτών, αλλα και «κάθετα», δηλαδή τα στρώματα των ήχων που έχουν βάλει το ένα πάνω στο άλλο.

«Οριζόντια» οι Mastodon κάνουν ότι θέλουν. Όταν θέλουν να γίνουν ουσιώδεις (βλ. “Oblivion”) έχουν εξελιχτεί σε master songwriters. Εκεί όμως που φαίνεται ότι είναι τέτοιοι, είναι όταν μπαίνουν σε κινηματογραφική prog διάθεση και ξεφεύγουν τελείως(βλ. “The Czar” και ακόμη περισσότερο “The Last Baron”) γιατί πάνε όπου πάνε τα τραγούδια αλλα τελικά πάντα καταφέρνουν και βρίσκουν τον δρόμο πίσω. «Κάθετα» όμως είναι απόλαυση του δίσκου. Πλάτες από ακουστικές κιθάρες, στρώματα από vintage «βρώμες» στις ηλεκτρικές(μα ακούστε αυτή την surf κιθάρα στο “Divination”), bass synths, ντέφια και κρουστά, όργανο και πλήκτρα, αρμονίες στις φωνές. Ο δίσκος είναι τόσο μα τόσο layered, κάτι που δεν είχαν ξανακάνει, και ούτε έχουν ξανακάνει μέχρι στιγμής οι Mastodon, αλλα συνάμα καθόλου overproduced.

Και μιας και αναφέραμε τις φωνές. Εδώ πλέον έχει ολοκληρωθεί και η μετάλλαξη των Mastodon, η οποία είχε συνεχιστεί και στο προηγηθέν άλμπουμ, σε «κανονικούς» τραγουδιστές με ξεχωριστούς ρόλους. Τα «βρώμικα» φωνητικά έχουν εγκαταλειφθεί πλέον πλήρως, και δίπλα στον “Ozzy” Hinds και στον «επικό» Sanders έρχεται να προστεθεί στα lead φωνητικά και ο «ευαίσθητος» Dailor, ο οποίος στο μέλλον θα εξελιχτεί και στον “Josh Homme” της μπάντας.
Το “Crack The Skye” είναι ώριμο αλλα και εκκεντρικό, τρελό, απολαυστικό, διασκεδαστικό μα συνάμα συναισθηματικά βαθύ. Είναι ένα ταξίδι.

Μεταλομετρο: Μόνο και μόνο για εκείνο το σπάσιμο στην μέση του “The Czar”. Για το κουπλέ του ομώνυμου, με αυτό το Neurosis riff και την ράθυμη δίκαση να το κρατεί με το ζόρι ζωντανό. Για τον επικό metal καλπασμό του “Divinations” και αυτόν τον “black robe, necromancing, summon the soul of the spectre” στίχο. Ναι δεν είναι metal οι Mastodon. Το έχουν πει και οι ίδιοι άλλωστε. Ο κιθαρίστας τους κιόλας το μισεί το metal.

Προγκομετρο: Μόνο και μόνο γι’ αυτό την παρανοϊκή Frank Zappa αλλαγή στην μέση του “The Last Baron”. Και όμως όχι μόνο γι’ αυτό. Αν το «προγκόμετρο» είχε χτυπήσει κόκκινο στο “Blood Mountain” εδώ έχει εκτοξευτεί στο αστρικό πεδίο. Όπως και ο παραπληγικός ήρωας του concept του δίσκου, του οποίο το αστρικό σώμα πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο και κάπου εκεί ταξίδεψε στον χρόνο και συνάντησε το πνεύμα του Ρασπούτιν(ναι αυτού, του γνωστού), ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Μιλάμε για Rush επίπεδα prog-o-nerd-ισμού, αλλα είναι αυτός ακριβώς ο nerd-ισμός που κάνει τους Mastodon τόσο συμπαθείς και διασκεδαστικούς, αλλα συνάμα και τόσο ακατανόητους σε όσους ετεροπροσδιορίζονται μέσα από όποιου είδους prog σοβαροφάνεια.

Ψυχεδελομετρο: Κόκκινο και εδώ. Μα ακούστε τι γίνεται. Όλος ο δίσκος ακούγεται σαν να βγήκε από μια μαύρη τρύπα. Λες και τον ηχογράφησαν, τον μίξαραν, και στο τέλος στο mastering τον βούτηξαν στην μαρμίτα με το acid.

Κλασσικοροκομετρο: Αυτόν τον υπέροχο, ζεστό, μεστό , αναλογικό, κλασσικό ροκ ηχο τον προσπαθούσαν ανέκαθεν. Τον πέτυχαν εδώ. Και έχουν και την κατάλληλη μουσική να το υποστηρίξουν. Ακούστε πόσο ωραία ρέει και groove-άρει το “Oblivion”!

THE HUNTER (2011 - Reprise)

Στην τελευταία τους, μέχρι στιγμής, επίσκεψη στην Ελλάδα, το καλοκαίρι τους 2011 αν θυμάμαι καλά, ειχαμε ακούσει μια rough mix, και χωρίς master, έκδοση του “The Hunter” του όποιου μόλις είχαν τελειώσει τις ηχογραφήσεις. Θυμάμαι ότι ειχα ενθουσιαστεί με την απλότητα και την ζωντάνια και του υλικού και του ήχου, μα επίσης θυμάμαι πολύ καλά πόσο ειχα απογοητευτεί από την τελική μίξη και master όταν λίγους μήνες μετά κυκλοφόρησε. Ακούγονταν πολύ πιο γυαλισμένο απ’ ότι το θυμόμουν. Και όμως αυτή η λιτή, σε σχέση με το “Crack The Skye”, εμπορική παραγωγή του Mike Elizondo (Eminem, Maroon 5, Avenged Sevenfold) και η καθαρή μίξη ταιριάζουν τέλεια στον δίσκο. Είναι συνειδητά ο πιο εμπορικός τους δίσκος ή ακούσια αντίδραση το “Crack The Skye”; Ποιος ξέρει;

Το “The Hunter” δεν έχει την συνοχή των concept albums “Leviathan” & “Crack The Skye”, έχει μάλλον την ποικιλία του “Blood Mountain” χωρίς όμως το νεύρο του, αλλα και ευτυχώς χωρίς την έλλειψη συνοχής του. Heavy rock (“Curl Of The Burl”), επικό metal (“Black Tongue”), Queens Of The Stone Age (“Dry Bone Valley”), ψυχεδέλεια (“Creature Lives”), ψυχεδελικό Mastodon-ικο metal (“Stargasm” & “Thickening”), ευθύ Mastodon-ικο metal (“Spektrelight”), Mastodon-ικο prog (“Bedazzled Fingernails”), punk τρέλα (“Blasteroid”, )σοβαρές συναισθηματικές στιγμές (“All The Heavy Lifting”, “The Hunter” & “The Sparrow”) αλλα και μελαγχολικές στιγμές κρυμμένες κάτω από το χαρακτηριστικό πλέον χιουμορ της μπάντας (“Octopus Has No Friends”). Υπαρχουν απ’ όλα. Και στοιχεία που έχουμε συναντήσει στους προηγούμενους δίσκους, και νέες προσθήκες στο μουσικό λεξιλόγιο τους, αλλα τελικά όποιες γκρίνιες επανάληψης υποχωρούν πίσω από την ίδια την ποιότητα των τραγουδιών καθαυτών, αλλα και την συνοχής του υλικού παρά την ποικιλία του.

Το vibe και το παίξιμο είναι λιγότερο νευρωτικά/παρανοϊκά από οποιοδήποτε άλλο Masto-δίσκο, τα τραγούδια παραμένουν λιτά και βατά χωρίς να τραβιούνται ή να φτάνουν τις ακραίες κορυφώσεις του παρελθόντος, ενώ ο Dailor έχει πάρει πλέον της θέση του ως ο τρίτος, και μάλλον ο καλύτερος, lead τραγουδιστής της μπάντας.
Το “The Hunter” δεν είναι ούτε ο καλύτερος, ούτε ο χειρότερος, ούτε ο πιο κάτι άλλο, η ο λιγότερο κάτι εκείνο, δίσκος των Mastodon. Είναι ο πρώτος «απλά καινούργιος» δίσκος τους, μια συλλογή από νέα τραγούδια και μια συνειδητή(;) διαφοροποίηση από τον over the top προκάτοχο του, αλλα είναι και grower και συνάμα εξίσου διασκεδαστικός με οτιδήποτε άλλο έχουν κάνει.

Μεταλομετρο: Δεν υπάρχουν τα heavy metal κρεσέντο του παρελθόντος, και πόσο μάλλον αυτά του “Leviathan” & “Crack The Skye”. Ο λιγότερο metal δίσκος τους; Μάλλον.

Προγκομετρο: Μια από τα ίδια. Κουλ λίγο με το prog. Άλλωστε μετά τον Ρασπούτιν τι άλλο σκατά να κάνει κανείς;

Ψυχεδελομετρο: Εδώ έχουμε κάτι παράδοξο. Παρότι εκ πρώτης το “The Hunter” δεν θα έπρεπε να είναι ούτε καν τόσο ψυχεδελικό όσο το “Crack The Skye”, τελικά με επαναλαμβανόμενες ακροάσεις αποδεικνύεται το αντίθετο. Εδώ συμβαίνει κάτι που θα επαναληφτεί και στον δίσκο που θα ακολουθήσει. Οι Mastodon την κέρδισαν την ψυχεδέλεια τους. Δεν είναι ούτε στα synths ούτε στα εφέ. Είναι στην εμπειρία. Είναι όταν ρίχνουν το χαρακτηριστικό αυτιστικό νεύρο τους και χαλαρώνουν. Είναι λες και η κόπωση των συνεχόμενων περιοδειών και η συσσωρευτική επίδραση των τόνων(;) απ’ ότι έχουν καταναλώσει να έχει μεστώσει μέσα τους. Εκεί είναι η ψυχεδέλεια τους.

Κλασσικοροκομετρο: Και ότι ισχύει για το παραπάνω ισχύει και για την αβίαστη «ροκιά» που βγάζει πλέον το παίξιμο τους σε αυτή την «ώριμη» φάση τους.

ONCE MORE ‘ROUND THE SUN (2014 - Reprise Records)

Κάτι μου χτυπά άσχημα στον τίτλο. Λες και αυτό το “Once More” δηλώνει κούραση. Επανάληψη. «Άιντε πάμε άλλη μια φορά. Δίσκος. Περιοδεία. Και πάλι ξανά». Επίσης νιώθω γέρος. Γι ‘αυτό βέβαια δεν φταίνε αυτοί. Απλά πάνε πλέον 15 και βαλε χρόνια από τότε που τους ανακάλυψα σαν νέο συγκροτημα. Και μου λείπει αυτός ο ενθουσιασμός που συνόδευε κάθε νέα τους κυκλοφορία.

Το “Once More ‘Round The Sun” είναι από τους καλύτερους χειρότερους δίσκους συγκροτήματος που θα ακούσετε. Ακούγεται κουρασμένο. Καμένο. Ίσως σαν την μπάντα που το έγραψε. Αλλα αυτή η ραθυμία του πηγαίνει. Πάρτε για παράδειγμα το “Asleep In The Deep”. Από την άλλη πως μπορεί να είναι κουρασμένο με κομμάτια όπως το “Tread Lightly”, “The Motherload”, “High Road” & “Ember City”. Είναι λες και αυτό-ψυχαναλύονται, δεν είναι η πρώτη τους φορά, λες και σε κάποιες στιγμές διαύγειας προσπαθούν να ταρακουνήσουν τους εαυτούς τους. Υπαρχει τρέλα ακόμη. Ακούστε την τόσο Faith No More “Be Aggressive” χορωδία από μαζορέτες στο “Aunt Lisa”. Και υπαρχει και επανάληψη. Πολύ από αυτήν. Τόσο που ούτε ο «σοφός γέροντας» Scott Kelly δεν σώζει το μπέρδεμα του “Diamond In The Witch House”. Το “Chimes At Midnight” παρά την υπέροχη ατμόσφαιρα του δεν μου θυμίζει κάτι; Και γιατί το ομώνυμο τελειώνει τόσο απότομα; Βαρέθηκαν; Καλά ο παραγωγός δεν το άκουσε;

Παραγωγός. Nick Raskulinecz. Γνωστός για τον ρεαλισμό των παραγωγών του. Ζωντανα και φυσικά όλα. Rush, Danzig, Foo Fighters, Ghost και πολλοί άλλοι. Το ίδιο και εδώ. Όλα τίγκα φυσικά. Τόσο που είναι λες και ακούς πρόβα. Λέμε τωρα. Μου άρεσε πάντα η δουλειά του, δεν ξέρω όμως αν μου αρέσει αυτό που έχει κάνει εδώ. Από την άλλη όμως ενισχύει αυτήν την ιδρωμένη, καπνισμένη, ψυχεδελική ατμόσφαιρα του διατρέχει όλο το “Once More…”.
Δεν ξέρω ακόμη. Το ακούω. Το ξανακούω. Προσπαθώ να δημιουργήσω μια επαφή. Θα δούμε.

Μεταλομετρο: Το “High Road” είναι τόσο metal όσο γίνεται. Riff-άρες, ειρωνεία και χώσιμο στους στίχους. Η πιο αμιγώς heavy metal στιγμή του δίσκου.

Προγκομετρο: Ανήκουν άραγε οι nerd-o-prog υπερβολές των Mastodon στο παρελθόν; Φαντάζομαι θα μάθουμε.

Ψυχεδελομετρο: Αν υπαρχει κάτι που μου αρέσει στο “Once More…” είναι ότι έχει μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Ναι, ποικιλία τραγουδιών και όχι concept πάλι, όπως και στο “The Hunter” άλλωστε, μόνο που εδώ έχουμε μια κάποια ψυχεδελική σπαρίλα να διατρέχει τα πάντα. Είναι η συσσωρευτική επίδραση που προαναφέραμε.

Κλασσικοροκομετρο: Πλέον ότι και να κάνουν οι Mastodon ακούγεται απλά “rock”, πόσο μάλλον επί της παρούσης. Σε αυτόν τον δίσκο. Με αυτόν τον ηχο. Heavy. Psychedelic. Whatever. Απλά ροκ.

Live gig photo by Chris Kissadjekian / www.livephotographs.com 

 

 

 

 


 

 

 

Read 620 times

1 comment

Leave a comment