ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Thursday, 29 September 2016 10:24
Συντάκτης:
Published in Special Guests

Αγόρασα το Cd του Μιχάλη Δέλτα Life is now και ερωτεύτηκα το πρώτο τραγούδι “Turned into Light”.

Γράφει ο Φώτης Θαλασσινός

Mια μελωδία ιερή , σαν φτιαγμένη από καμπάνες που χτυπάνε. Καμπάνες από εκκλησία στο κέντρο της πιο πολύβουης μεγαλούπολης. Δεν είναι μόνο η μελωδία του κομματιού που παρασύρει τον ακροατή σε σκέψεις για το ιερό. Είναι και οι άλλες επιμέρους συνοδευτικές μελωδίες. Αυτές – οι δεύτερες- είναι εξίσου παράξενες. Μοιάζουν φτιαγμένες από ήχους του σύγχρονου αστικού πολιτισμού Όταν τις ακούμε στα βουλεβάρτα και τις αγυιές, τις προσπερνάμε σαν αδιάφορες. Όμως το “Turned into Light” τις ενσωματώνει στον βασικό κορμό του και εμφυσά στον ακροατή την ξεχωριστή ομορφιά τους. Γιατί αν ακούσεις τη σειρήνα ενός πυροσβεστικού οχήματος προσεκτικά, θα καταλάβεις πως μοιάζει με τον παλμό κάποιου διαστημικού κβάζαρ. Ακόμη πιο πέρα θα καταλάβεις πως εκείνη την ώρα ακούς έναν μοναδικό κοσμογονικό ήχο. Ύστερα έρχονται διάτοροι ηλεκτρονικοί θόρυβοι σαν αυτοκίνητα που διασχίζουν το μυαλό μας από το ένα μας αυτί έως το άλλο. Κι έπειτα κάτι φτερουγίσματα που βγαίνουν από άγνωρα και αδιευκρίνιστης ομοταξίας πουλιά. Ήχοι αναγνωρίσιμοι ως ένα βαθμό που στον πυρήνα τους διατηρούν την αίγλη του πρωτάκουστου. Γι’ αυτό και ο Μιχάλης Δέλτα είναι σπουδαίος. Πιο μετά, στην εξέλιξη της μουσικής σύνθεσης, ακούγονται άλλα πράγματα. Ο ακροατής υποθέτει την εικόνα απ’ το χτίσιμο οικοδομής σε μια απ’ τις αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο. Οι τοίχοι της επενδύονται με ελατά μέταλλα που όταν καμπυλώνουν μεταμορφώνονται σε μουσικά όργανα. Οι χτίστες χτυπάνε, τρυπάνε με άλλα εργαλεία και μας δίνουν ήχους παρόμοιους αλλά όχι όμοιους με τους συμβατούς. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στην περίπτωση του Μιχάλη Δέλτα τα δομικά υλικά για την ανάπτυξη της οικοδομής είναι μαγικά. Τόσο όσο να ταιριάζει σε κτήριο μιας εκ των αόρατων πόλεων.

Στις 9 Σεπτεμβρίου ήταν τα γενέθλια μου. Αντί για το κλασικό Happy Birthday ανέβασα στο προφίλ μου ένα τραγούδι που έχει ερμηνεύσει καταπληκτικά η Τάνια Τσανακλίδου (στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου , Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης). Αναφέρομαι στις «Μοίρες». «Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες…» ξεκινάει το τραγούδι. Είναι το τραγούδι των έντιμων ανθρώπων, αυτών που ζούνε μέχρι το μεδούλι τους την αντιστροφή του κόσμου στον 21ο αιώνα. Θα καταλάβετε τι εννοώ με την παράθεση ενός αποσπάσματος απ’ το βιβλίο Ζιστίν του Ντε Σαντ. Ο Ντε Σαντ υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας μεγάλος προφήτης. Μίλησε για θέματα και τρόπους ζωής που είναι κυρίαρχα κατεξοχήν στον αιώνα μας: Είναι γραμμένο στο μεγάλο βιβλίο των πεπρωμένων, εκείνο το σκοτεινό βιβλίο, αδιανόητο για κάθε θνητό, είναι χαραγμένο, πως όλοι όσοι μας έχουν βασανίσει, μας έχουν ταπεινώσει, μέλλει να δεχτούν μπροστά στα μάτια μας επιβραβεύσεις για τα εγκλήματα τους. Λες και η Θεία Πρόνοια έχει αναλάβει να μας αποδείξει πόσο ανώφελη είναι η αρετή. / Είναι αλήθεια πως με την εντιμότητα δεν μπορείς να πας και πολύ μπροστά. Στις μέρες μας η εντιμότητα συκοφαντείται, κακοποιείται, παραγκωνίζεται, σπρώχνεται μέχρι το περιθώριο της ζωής. Η εντιμότητα χαλάει την πιάτσα των αυλοκολάκων, των κοράκων και των άπληστων. Ο έντιμος μοιάζει με άτομο χωρίς στον ήλιο μοίρα. Λες και τον έφτυσε ο Θεός. Αυτό γράφει και το τραγούδι στον πρώτο του στίχο. Και συνεχίζει με εύστοχες παραλλαγές του. Η γυναίκα για την οποία μιλάει το τραγούδι χρησιμοποιεί σαν αναλγητικό ένα καφάσι μπύρες. Οι κατατρεγμένοι αυτού του κόσμου έχουν την πίστη τους στον Χριστό και την Παναγία. Έχουν την τέχνη τους. Έχουν την δουλειά τους. Ορκισμένοι μαχητές του καλού δεν τους απομένει παρά να προσμένουν σε μια μεταθανάτια δικαίωση των αγώνων τους επί της γης. Εδώ στην περίπτωση αυτών των ανθρώπων δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επαγγελματίες αλλά για βιοπαλαιστές. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για καλλιτέχνες αλλά για θύματα που πάνω του βγάζουν όλη την κακή λύσσα τους οι ομότεχνοί τους , οι παράγοντες της ενασχόλησής τους…. Η φωνή της Τάνιας Τσανακλίδου είναι μαγική. Μοιάζουν οι λέξεις να βγαίνουν απ’ τα σπλάχνα της. Φαντάζομαι την ίδια σαν ένα πρόσωπο πολύ δοκιμασμένο απ’ τη ζωή. Υπάρχει βέβαια και το άλλο του Νίτσε πως ό,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς. Καμμιά φορά όμως τα πράγματα μας σκοτώνουν και δεν είναι για παίζει κάνεις με την απανθρωπιά των άλλων.

Φοβερή ερμηνεία, μοναδική μουσική και στίχοι. «Εγώ Τραγούδαγα» από την Ελένη Βιτάλη. Θεωρώ πως είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια και εφάμιλλο του προηγούμενου της Τάνιας Τσανακλίδου. Πάλι η ευαίσθητη, τρυφερή καρδιά μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Μια καρδιά μικρού παιδιού αναζητά φως μες στο σκοτάδι. Παραδόξως είναι πολύ πιο πιθανό να εντοπίσεις λάμψεις μες στις σκιές παρά μέσα στην φωτοχυσία της ημέρας. Την ημέρα είναι που το πρόσωπο σε εξαπατά γιατί είναι ντυμένο με όλες τις μάσκες του και τα ευπρεπισμένα κοστούμια του. Στο σκοτάδι, οι καρδιές είναι διάπλατα ανοιχτές. Τη νύχτα οι προθέσεις του καθενός δηλώνονται με συγκλονιστική αμεσότητα στον άλλο. Αν είναι να γίνει κάτι, θα γίνει. Ζωές ασήμαντες, προβλέψιμα μίζερες και απρόβλεπτα δυστυχείς. Ζόφος τριγύρω. Με την προσμονή του θαύματος ματαιωμένη κανείς δεν ηρέμησε ποτέ αλλά και δεν δέχθηκε να πεθάνει. Έχει και η ματαίωση το τέλος της. Αυτό το τέλος είναι που κρατάει ζωντανό και τον πλέον απελπισμένο άνθρωπο. Ο άνθρωπος στο τραγούδι είναι το πρότυπο του απελπισμένου. Όλοι ανασαίνουμε για εκείνες τις μικρές στιγμές που μοιάζουν αιώνιες και μοιάζουν να έρχονται για την εκπλήρωση των προσδοκιών μας. Φανταστείτε να μην υπήρχαν αυτές οι στιγμές. Να ζεις τη ζωή σου σαν υποχρέωση και όχι σαν δικαίωμα. Δεν υπάρχει τίποτε σκληρότερο απ’ αυτό. Να ζεις από υποχρέωση. Να βιώνεις όλα τα δεινά του κόσμου, να βλέπεις τα όνειρα σου να χάνονται , να σου δίνεται για να ζήσεις ένα κομμάτι γης στις παρυφές της ζωής.

Προχθές στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο είδα πολλούς παπαγάλους. Ξέρω ότι σε όλη την Αθήνα υπάρχουν πια μερικές χιλιάδες παπαγάλοι. Να βλέπεις από κοντά το φαινόμενο σου προκαλεί έκπληξη. Τα χρώματα αυτών των πουλιών μέσα στη μουντή πόλη είναι τόσο όμορφα όσο τα αισιόδοξα γκράφιτι στους τοίχους της. Με αφορμή αυτή την εικόνα θυμήθηκα ένα σχετικά παλιό τραγούδι του Φοίβου Δεληβοριά. Τίτλος του, «Αυτή που Περνάει». Ο Δεληβοριάς τραγουδάει μια Αθήνα εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που ξέραμε και ξέρουμε. Μιλάει στην ουσία για ανύπαρκτες ομορφιές που όμως αν υπήρχαν, θα έκαναν και τους ανθρώπους πιο όμορφους. Μιλάει για λεμονιές, περιβόλια και γιασεμιά. Για βοσκοτόπια στο κέντρο της πρωτεύουσας. Ο Δεληβοριάς τραγουδάει ένα όνειρο του. Ένα όνειρο πολλών από εμάς, των κατοίκων αυτής της σκοτεινής πόλης. Βγαίνουμε απ’ τα σπίτια μας και μας πλακώνουν οι δυσοσμίες από κάτουρα και μαγαρίσματα ανθρώπων και ζώων. Πλακωνόμαστε απ’ την ανεξέλεγκτη αφισοκόλληση και ασφυκτιούμε από τα μουτζουρωμένα με καυσαέρια και μπογιές κτήρια. Παντού στο κέντρο άστεγοι και τοξικομανείς , παρατημένοι όλοι στο έλεος του Θεού. Δομές πρόνοιας δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Και η συμπόνια και η ευσπλαχνία μαυρίζουν την ψυχή μας. Δεν είναι λίγες οι φορές που θέλω να φωνάξω για την ανημποριά μου να αλλάξω τον χώρο γύρω μου. Να απελευθερώσω κι άλλους παπαγάλους, να φτιάξω τα περιβόλια και τα βοσκοτόπια του Δεληβοριά. Αν ομορφύνει η πόλη, θα ομορφύνουμε κι εμείς. Στο δρόμο θα σιγοτραγουδάμε το πανέμορφο κομμάτι αυτού του σπουδαίου δημιουργού. Αυτή που περνάει είναι η ομορφιά. Ας μην απελπίζομαι. Κρατάω καλά στη σκέψη μου τους παπαγάλους μου και τα όμορφα όνειρα μου. Πρέπει να ζήσω. Να κάνετε το ίδιο κι εσείς.

Read 812 times

Leave a comment